Site icon Δημήτρης Πολλάλης Δικηγόρος

ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ ΤΡΙΤΟΥ ΣΕ ΕΚΚΡΕΜΗ ΕΝΔΙΚΟΦΑΝΗ ΠΡΟΣΦΥΓΗ

Παρέμβαση τρίτου σε εκκρεμή ενδικοφανή προσφυγή ενώπιον του ΣΥΠΟΘΑ Β΄

1.-Νομική μορφή της παρέμβασης

Όταν έχει ασκηθεί ενδικοφανής προσφυγή κατά έκθεσης αυτοψίας αυθαίρετης κατασκευής ή χρήσης, η απόφαση που θα εκδοθεί δεν ενδιαφέρει πάντοτε αποκλειστικά τον προσφεύγοντα και την αρμόδια πολεοδομική υπηρεσία. Η αποδοχή ή η απόρριψη της προσφυγής μπορεί να επηρεάζει άμεσα τα δικαιώματα ή τα έννομα συμφέροντα τρίτου προσώπου, όπως ενός συνιδιοκτήτη, ιδιοκτήτη όμορου ακινήτου, ιδιοκτήτη άλλης οριζόντιας ιδιοκτησίας στην ίδια οικοδομή ή του προσώπου που είχε υποβάλει την αρχική καταγγελία. Ο ισχύων Κώδικας Χωροταξίας – Πολεοδομίας δεν προβλέπει ρητώς αυτοτελές ένδικο βοήθημα με την ονομασία «παρέμβαση» ενώπιον του ΣΥ.ΠΟ.Θ.Α. Β΄ ή του ΚΕ.ΣΥ.ΠΟ.Θ.Α. Β΄. Δεν καθορίζει ειδική προθεσμία, παράβολο, τρόπο επίδοσης ή ιδιαίτερες δικονομικές προϋποθέσεις για την παρέμβαση τρίτου. Ούτε οι γενικές διατάξεις του άρθρου 25 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας, που ρυθμίζουν τις ειδικές και ενδικοφανείς διοικητικές προσφυγές, θεσπίζουν αντίστοιχη αυτοτελή διαδικασία παρέμβασης.

Για τον λόγο αυτόν, ο ορθότερος και ασφαλέστερος διαδικαστικός χαρακτηρισμός του σχετικού εγγράφου είναι:

«Παρέμβαση – Υπόμνημα απόψεων»

Η δυνατότητα του τρίτου να συμμετάσχει θεμελιώνεται στο δικαίωμα αναφοράς και υποβολής απόψεων προς τη Διοίκηση, στο δικαίωμα προηγούμενης ακρόασης και στην υποχρέωση της διοικητικής αρχής να ακούσει συγκεκριμένο πρόσωπο πριν λάβει μέτρο που μπορεί να επηρεάσει δυσμενώς τα δικαιώματα ή τα συμφέροντά του. Το άρθρο 6 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας προβλέπει ότι ο ενδιαφερόμενος μπορεί να εκφράσει τις απόψεις του εγγράφως ή προφορικώς, να λάβει γνώση των αποδεικτικών στοιχείων και να προβεί σε ανταπόδειξη. Η τήρηση της ακρόασης και η συνεκτίμηση των απόψεών του πρέπει να προκύπτουν από την αιτιολογία της τελικής πράξης. Για την άσκηση της παρέμβασης αυτής αν και δεν απαιτείται επιβαλλεται να ασκείται από τον πληρεξούσιο δικηγόρο λόγο της ιδιαιτερότητας του αντικειμένου.

2.-Ποιος έχει δικαίωμα να υποβάλει παρέμβαση

Δικαίωμα ουσιαστικής συμμετοχής έχει το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που αποδεικνύει ότι διαθέτει άμεσο, προσωπικό και ενεστώς έννομο συμφέρον από την έκβαση της εκκρεμούς προσφυγής. Δεν αρκεί ένα γενικό ενδιαφέρον για την τήρηση της πολεοδομικής νομοθεσίας ή η απλή ιδιότητα του κατοίκου της περιοχής.

Τέτοιο έννομο συμφέρον μπορεί, ανάλογα με τις περιστάσεις, να έχει:

-ο συγκύριος του ακινήτου ή ο συνιδιοκτήτης άλλης οριζόντιας ή κάθετης ιδιοκτησίας,

-ο ιδιοκτήτης όμορου ακινήτου, όταν η αυθαίρετη κατασκευή επηρεάζει συγκεκριμένα την ιδιοκτησία, την ασφάλεια, τον φωτισμό, τον αερισμό, την πρόσβαση ή τα όριά της,

-ο επικαρπωτής ή άλλο πρόσωπο που διαθέτει εμπράγματο δικαίωμα,

-ο μισθωτής ή ο νόμιμος χρήστης, εφόσον η έκβαση της υπόθεσης επηρεάζει άμεσα τη νόμιμη χρήση του ακινήτου,

-η διοίκηση της πολυκατοικίας ή οι συνιδιοκτήτες, όταν η αυθαιρεσία καταλαμβάνει κοινόχρηστο ή κοινόκτητο χώρο,

-δήμος, δημόσιος φορέας ή άλλο νομικό πρόσωπο, όταν θίγεται συγκεκριμένη αρμοδιότητα, περιουσία ή έννομο συμφέρον του.

Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται στην περίπτωση του προσώπου που υπέβαλε την αρχική καταγγελία. Η ιδιότητα του καταγγέλλοντος δεν δημιουργεί από μόνη της δικαίωμα παρέμβασης. Ο καταγγέλλων πρέπει να εξηγήσει ποια συγκεκριμένη προσωπική έννομη σχέση τον συνδέει με το ακίνητο ή με τις διαπιστωθείσες παραβάσεις και με ποιον τρόπο θα επηρεαστεί από την αποδοχή της προσφυγής. Η απλή επιδίωξη εφαρμογής του νόμου δεν αρκεί για να του προσδώσει πλήρη ιδιότητα ενδιαφερομένου. Η ίδια διάκριση εφαρμόζεται και κατά την πρόσβαση σε έγγραφα που περιέχουν προσωπικά δεδομένα τρίτων, οπότε απαιτείται η επίκληση ευλόγου ενδιαφέροντος συνδεόμενου με συγκεκριμένη προσωπική έννομη σχέση.

Η παρέμβαση μπορεί να ασκηθεί είτε υπέρ της απόρριψης της ενδικοφανούς προσφυγής, με αίτημα τη διατήρηση της έκθεσης αυτοψίας, είτε υπέρ της ολικής ή μερικής αποδοχής της, όταν ο τρίτος έχει κοινό έννομο συμφέρον με τον προσφεύγοντα. Ο πληρεξούσιες δικηγόρος θα προσδιορίσει όλα τα απαιτούμενα στοιχεία της παρέμβασης καθ όσον τα ανωτέρω αναφερόμενα είναι μόνον ενδεικτικά.

3.-Πώς υποβάλλεται η παρέμβαση

Η παρέμβαση υποβάλλεται εγγράφως στη γραμματεία του διοικητικού οργάνου που έχει αναλάβει την εξέταση της κύριας προσφυγής. Μέχρι να συγκροτηθεί το ΚΕ.ΣΥ.ΠΟ.Θ.Α. Β΄, αρμόδιο παραμένει το κατά τόπον ΣΥ.ΠΟ.Θ.Α. Β΄. Για λόγους διαδικαστικής ασφάλειας, είναι σκόπιμο αντίγραφο του εγγράφου να κατατίθεται και στην αρμόδια Υπηρεσία Δόμησης ή στην υπηρεσία που τηρεί τον διοικητικό φάκελο, με ρητό αίτημα να διαβιβαστεί αμέσως στο Συμβούλιο και να συσχετισθεί με την εκκρεμή προσφυγή. Σε κάθε κατάθεση πρέπει να λαμβάνεται αυτοτελής αριθμός πρωτοκόλλου.

Το έγγραφο πρέπει να προσδιορίζει με ακρίβεια:

  1. τα πλήρη στοιχεία του παρεμβαίνοντος, τη διεύθυνση, το Α.Φ.Μ., το τηλέφωνο και το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο του,
  2. την ιδιότητά του και τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το άμεσο έννομο συμφέρον του,
  3. τον αριθμό και την ημερομηνία της έκθεσης αυτοψίας,
  4. τον αριθμό πρωτοκόλλου και τα στοιχεία της εκκρεμούς ενδικοφανούς προσφυγής,
  5. εάν η παρέμβαση ασκείται υπέρ της αποδοχής ή υπέρ της απόρριψης της προσφυγής,
  6. τους πραγματικούς, τεχνικούς και νομικούς ισχυρισμούς του,
  7. τα συγκεκριμένα αιτήματά του προς το Συμβούλιο.

Με την παρέμβαση πρέπει να συνυποβάλλονται τα αποδεικτικά έγγραφα που θεμελιώνουν το έννομο συμφέρον και τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς, όπως τίτλοι ιδιοκτησίας, κτηματολογικά στοιχεία, σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας και κανονισμός πολυκατοικίας, μισθωτήριο, οικοδομικές άδειες, τοπογραφικά διαγράμματα, τεχνική έκθεση μηχανικού, φωτογραφίες, αλληλογραφία με την ΥΔΟΜ και κάθε άλλο συναφές έγγραφο. Επιβάλλεται ο πληρεξούσιος να αξιολόγηση το αποδεικτικό υλικό που υπάρχει και να ζητήσει την συμπλήρωση του και με νέα στοιχεία .

Για τη παρέμβαση- υπόμνημα του τρίτου δεν προβλέπεται ιδιαίτερο παράβολο. Το παράβολο των 200, 500 ή 1.000 ευρώ που προβλέπει το άρθρο 421 αφορά την άσκηση της κύριας ενδικοφανούς προσφυγής και όχι την υποβολή απόψεων από τρίτο πρόσωπο.

4.-Προθεσμία υποβολής

Δεν προβλέπεται ειδική αποκλειστική προθεσμία για την υποβολή του υπομνήματος τρίτου. Επειδή, όμως, η παρέμβαση έχει νόημα μόνο όσο η κύρια προσφυγή παραμένει εκκρεμής, πρέπει να κατατίθεται το συντομότερο δυνατόν μετά τη γνώση της άσκησής της και πάντως πριν από τη συνεδρίαση και την έκδοση της απόφασης.

Η άμεση κατάθεση είναι ιδιαίτερα σημαντική, διότι το άρθρο 421 προβλέπει ότι η απόφαση επί της κύριας προσφυγής εκδίδεται μέσα σε έναν μήνα από την υποβολή της. Εάν έχει ήδη οριστεί συνεδρίαση, η παρέμβαση πρέπει να κατατίθεται αρκετές ημέρες πριν, ώστε να είναι δυνατή η χρέωση, η συσχέτιση και η μελέτη της από τον εισηγητή και τα μέλη του Συμβουλίου.

5.-Πρόσβαση στον διοικητικό φάκελο

Ο παρεμβαίνων μπορεί να ζητήσει αντίγραφο της κύριας προσφυγής, της έκθεσης αυτοψίας, του ενημερωτικού σημειώματος της υπηρεσίας και των λοιπών εγγράφων του φακέλου. Το ισχύον άρθρο 5 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας επιτρέπει σε φυσικά και νομικά πρόσωπα να ζητούν, εγγράφως ή ηλεκτρονικά, γνώση των δημοσίων εγγράφων. Εάν τα έγγραφα περιέχουν προσωπικά δεδομένα τρίτων, πρέπει να αποδεικνύεται εύλογο ενδιαφέρον και η υπηρεσία μπορεί να χορηγήσει τα έγγραφα με απόκρυψη μη αναγκαίων προσωπικών στοιχείων.

Η αίτηση πρόσβασης είναι σκόπιμο να υποβάλλεται μαζί με ή πριν από την παρέμβαση και να περιλαμβάνει αίτημα χορήγησης εύλογης προθεσμίας για συμπληρωματικό υπόμνημα μετά τη λήψη των εγγράφων.

6.-Παράσταση κατά τη συνεδρίαση

Ο παρεμβαίνων πρέπει να ζητήσει ρητώς:

-να ενημερωθεί για την ημερομηνία της συνεδρίασης,

-να κληθεί σε ακρόαση ο ίδιος και ο πληρεξούσιος δικηγόρος του,

-να αναπτύξει προφορικά τις απόψεις του,

-να του επιτραπεί η κατάθεση συμπληρωματικού υπομνήματος,

-να του κοινοποιηθεί η τελική απόφαση.

Η πρόσκληση του τρίτου δεν επέρχεται αυτομάτως μόνο και μόνο επειδή κατέθεσε υπόμνημα. Το άρθρο 421 προβλέπει ρητώς την κοινοποίηση της πρόσκλησης ακρόασης και της απόφασης στον κύριο προσφεύγοντα, όχι όμως αυτομάτως και σε κάθε τρίτο που υπέβαλε απόψεις. Για τον λόγο αυτόν, το σχετικό αίτημα πρέπει να περιλαμβάνεται ρητώς στην παρέμβαση.

Το Συμβούλιο μπορεί να καλέσει τρίτα πρόσωπα για παροχή πληροφοριών ή προσκόμιση στοιχείων, τα οποία αποχωρούν πριν από την εσωτερική συζήτηση και τη λήψη της απόφασης. Επομένως, η υποβολή παρέμβασης δεν παρέχει αυτοδικαίως δικαίωμα παραμονής σε ολόκληρη τη συνεδρίαση ή παρουσία κατά τη διάσκεψη.

7.-Συνέπειες της άσκησης της παρέμβασης

Με την έγκυρη κατάθεση της παρέμβασης, το υπόμνημα και τα συνοδευτικά έγγραφα εντάσσονται στον διοικητικό φάκελο και τίθενται υπόψη του εισηγητή και του Συμβουλίου. Όταν η απόφαση μπορεί να επηρεάσει δυσμενώς συγκεκριμένα δικαιώματα ή συμφέροντα του τρίτου, η Διοίκηση οφείλει να του παράσχει ουσιαστική δυνατότητα διατύπωσης απόψεων και η συνεκτίμησή τους πρέπει να προκύπτει από την αιτιολογία της απόφασης.

Η παρέμβαση, όμως:

-δεν αποτελεί αυτοτελή ενδικοφανή προσφυγή,

-δεν μετατρέπει τον τρίτο σε κύριο προσφεύγοντα,

-δεν παρατείνει ούτε αναβιώνει την τριακονθήμερη προθεσμία της κύριας προσφυγής,

-δεν επιτρέπει την εισαγωγή εντελώς διαφορετικού αντικειμένου από εκείνο της έκθεσης αυτοψίας και της κύριας προσφυγής,

-δεν θεραπεύει τυχόν εκπρόθεσμη ή απαράδεκτη κύρια προσφυγή,

-δεν παράγει αυτοτελές ανασταλτικό αποτέλεσμα.

Το ανασταλτικό αποτέλεσμα απορρέει αποκλειστικά από την εμπρόθεσμη άσκηση της κύριας ενδικοφανούς προσφυγής. Η παρέμβαση δεν δημιουργεί δεύτερη ή πρόσθετη αναστολή και δεν μεταβάλλει τη διάρκειά της.

Εάν ο τρίτος επιδιώκει όχι απλώς να υποστηρίξει ή να αντικρούσει την κύρια προσφυγή αλλά να ζητήσει αυτοτελώς την ακύρωση ή τροποποίηση της έκθεσης αυτοψίας προς διαφορετική κατεύθυνση, πρέπει, εφόσον διαθέτει σχετικό έννομο συμφέρον, να ασκήσει δική του ενδικοφανή προσφυγή μέσα στην αποκλειστική προθεσμία των τριάντα ημερών. Η μεταγενέστερη κατάθεση εγγράφου με τον τίτλο «παρέμβαση» δεν μπορεί να υποκαταστήσει εκπρόθεσμη κύρια προσφυγή.

Αν η κύρια προσφυγή ανακληθεί, απορριφθεί ως απαράδεκτη ή παύσει για οποιονδήποτε λόγο να εκκρεμεί χωρίς ουσιαστική εξέταση, η παρέμβαση δεν αυτονομείται και δεν μετατρέπεται σε κύρια προσφυγή. Παραμένει στοιχείο του διοικητικού φακέλου, χωρίς να υποχρεώνει το Συμβούλιο να εκδώσει αυτοτελή απόφαση επ’ αυτής.

Τέλος, η υποβολή παρέμβασης δεν θεμελιώνει αυτομάτως δικαίωμα δικαστικής προσβολής της απόφασης. Κατά της απόφασης επί της ενδικοφανούς προσφυγής προβλέπεται αίτηση ακύρωσης ενώπιον του κατά τόπον αρμόδιου Διοικητικού Εφετείου, αλλά το έννομο συμφέρον κάθε τρίτου και η τήρηση της δικαστικής προθεσμίας εξετάζονται αυτοτελώς. Η προηγούμενη συμμετοχή στη διοικητική διαδικασία είναι σημαντική, επειδή αποδεικνύει ότι ο τρίτος είχε γνωστοποιήσει εγκαίρως στη Διοίκηση το έννομο συμφέρον, τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία του, δεν υποκαθιστά όμως τις προϋποθέσεις παραδεκτού της αίτησης ακύρωσης.

Exit mobile version