Site icon Δημήτρης Πολλάλης Δικηγόρος

ΑΝΑΙΡΕΣΗ ΣΤΗΝ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΗ

Για ποιους λόγους μπορεί να αναιρεθεί μια ποινική απόφαση

Η αναίρεση στην ποινική δίκη αποτελεί ένδικο μέσο αυστηρά νομικού ελέγχου της ποινικής απόφασης. Ο Άρειος Πάγος δεν επαναλαμβάνει την αποδεικτική διαδικασία και δεν κρίνει εκ νέου ποιος μάρτυρας ήταν περισσότερο αξιόπιστος ή ποια εκδοχή των πραγματικών περιστατικών ήταν ορθότερη. Εξετάζει εάν η προσβαλλόμενη απόφαση πάσχει από συγκεκριμένη νομική ή δικονομική πλημμέλεια, η οποία περιλαμβάνεται στους περιοριστικά αναφερόμενους λόγους του άρθρου 510 ΚΠΔ. Για τον λόγο αυτό, ο δικηγόρος που αναλαμβάνει αναίρεση ποινικής απόφασης πρέπει να διακρίνει τη διαφωνία με την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου από τον πραγματικό και παραδεκτό λόγο αναίρεσης.

Η αναίρεση δεν αποτελεί νέα έφεση

Ο καταδικασθείς μπορεί να θεωρεί ότι το δικαστήριο αξιολόγησε εσφαλμένα τις καταθέσεις, δεν απέδωσε τη σωστή βαρύτητα σε κάποιο έγγραφο ή έπρεπε να δεχθεί τη δική του εκδοχή. Οι αιτιάσεις αυτές, όμως, δεν αρκούν για την αναίρεση της ποινικής απόφασης. Η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων δεν αποτελεί αυτοτελή λόγο αναίρεσης, επειδή αφορά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Αντίθετα, ο δικηγόρος πρέπει να εντοπίσει συγκεκριμένη νομική πλημμέλεια και να αναφέρει με ακρίβεια τα περιστατικά που τη θεμελιώνουν. Η απλή αναφορά ότι η απόφαση είναι άδικη, εσφαλμένη ή αντίθετη προς τα αποδεικτικά στοιχεία δεν αρκεί. Ούτε αρκεί η απλή επανάληψη του κειμένου του άρθρου 510 ΚΠΔ χωρίς σύνδεση του αντίστοιχου λόγου με συγκεκριμένα σημεία της απόφασης και των πρακτικών.

ΟΙ ΛΟΓΟΙ ΑΝΑΙΡΕΣΗΣ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 510 ΚΠΔ

1. Απόλυτη ακυρότητα κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο

Λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο έχει επέλθει απόλυτη ακυρότητα. Πρόκειται για σοβαρή παραβίαση δικονομικών διατάξεων που προστατεύουν τη νόμιμη σύνθεση του δικαστηρίου, την άσκηση της ποινικής δίωξης, την υποχρεωτική συμμετοχή του εισαγγελέα, την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχουν ο νόμος και οι υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις για τη δίκαιη δίκη.

Απόλυτη ακυρότητα μπορεί να προκύψει, μεταξύ άλλων, όταν το δικαστήριο αρνείται στον κατηγορούμενο την άσκηση δικαιώματος που του παρέχεται από τον νόμο, όταν παραλείπει να αποφανθεί επί σαφούς και ορισμένου αιτήματός του ή όταν χρησιμοποιεί αποδεικτικό υλικό κατά τρόπο που στερεί από την υπεράσπιση τη δυνατότητα να λάβει γνώση και να διατυπώσει παρατηρήσεις. Ο δικηγόρος οφείλει να προσδιορίσει ποια συγκεκριμένη διάταξη παραβιάστηκε και πώς η παραβίαση επηρέασε τα υπερασπιστικά δικαιώματα του κατηγορουμένου.

2. Σχετική ακυρότητα και έλλειψη ακρόασης

Διαφορετικός λόγος αναίρεσης είναι η σχετική ακυρότητα που συνέβη στο ακροατήριο και δεν καλύφθηκε. Σε αντίθεση με την απόλυτη ακυρότητα, η σχετική ακυρότητα πρέπει κατά κανόνα να προταθεί εγκαίρως από τον διάδικο που έχει έννομο συμφέρον. Αν δεν προταθεί στον κατάλληλο χρόνο, μπορεί να θεωρηθεί καλυφθείσα.

Στην ίδια κατηγορία εντάσσεται και η ειδική έλλειψη ακρόασης του άρθρου 172 παρ. 2 ΚΠΔ, όταν ο εισαγγελέας, ο παριστάμενος προς υποστήριξη της κατηγορίας ή ο συνήγορός του ζητούν να ασκήσουν δικαίωμα που τους παρέχεται ρητά από τον νόμο και το δικαστήριο το αρνείται ή παραλείπει να αποφανθεί. Ο δικηγόρος πρέπει να εξετάσει τα πρακτικά για να διαπιστώσει εάν η ακυρότητα προβλήθηκε νομότυπα και εάν το δικαστήριο έδωσε την απαιτούμενη απάντηση.

3. Παραβίαση της δημοσιότητας της διαδικασίας

Η συζήτηση στο ακροατήριο και η απαγγελία της απόφασης πρέπει να γίνονται δημόσια, εκτός από τις περιπτώσεις στις οποίες ο νόμος επιτρέπει τη συνεδρίαση κεκλεισμένων των θυρών. Η αδικαιολόγητη διεξαγωγή της δίκης χωρίς δημοσιότητα μπορεί να θεμελιώσει αυτοτελή λόγο αναίρεσης.

Η δημοσιότητα συνδέεται επίσης με την προφορικότητα και την κατ’ αντιμωλία διεξαγωγή της διαδικασίας. Η συνεκτίμηση εγγράφου που δεν εισήχθη δημόσια και προφορικά στην αποδεικτική διαδικασία μπορεί, ανάλογα με τις περιστάσεις, να παραβιάσει τόσο τη δημοσιότητα όσο και τα δικαιώματα υπεράσπισης. Ο δικηγόρος πρέπει να ελέγξει ποια έγγραφα αναγνώστηκαν, πώς καταχωρίστηκαν στα πρακτικά και αν παρασχέθηκε η δυνατότητα σχολιασμού τους.

4. Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας

Κάθε ποινική απόφαση πρέπει να περιέχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Στην καταδικαστική απόφαση πρέπει να αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ποινική διάταξη. Η απλή επανάληψη της διατύπωσης του νόμου δεν συνιστά επαρκή αιτιολογία.

Έλλειψη αιτιολογίας μπορεί να υπάρχει όταν η απόφαση δεν εξηγεί ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε, όταν το σκεπτικό είναι αντιφατικό προς το διατακτικό ή όταν δεν απαντά σε παραδεκτά και ορισμένα προβαλλόμενο αυτοτελή ισχυρισμό. Τέτοιοι ισχυρισμοί μπορεί να αφορούν λόγο άρσης του αδίκου, του καταλογισμού ή του αξιοποίνου, καθώς και περιστάσεις που οδηγούν σε μείωση της ποινής.

Δεν υπάρχει, όμως, έλλειψη αιτιολογίας μόνο και μόνο επειδή η απόφαση δεν αναλύει χωριστά κάθε κατάθεση και κάθε έγγραφο ή επειδή ο δικηγόρος θεωρεί ότι κάποιο αποδεικτικό μέσο έπρεπε να αξιολογηθεί διαφορετικά. Η αιτίαση πρέπει να στρέφεται κατά πραγματικού κενού ή αντίφασης της δικαστικής αιτιολογίας και όχι κατά της ουσιαστικής εκτίμησης των αποδείξεων.

5. Εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης

Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σε ουσιαστική ποινική διάταξη έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει. Εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο δεν υπάγονται ορθά στη διάταξη που εφαρμόστηκε.

Ο ίδιος λόγος αναίρεσης θεμελιώνεται και όταν η ουσιαστική ποινική διάταξη παραβιάζεται εκ πλαγίου. Αυτό συμβαίνει όταν στο πόρισμα της απόφασης, όπως προκύπτει από τον συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού, υπάρχουν ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά που καθιστούν αδύνατο τον έλεγχο της ορθής εφαρμογής του νόμου. Στην περίπτωση αυτή η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.

Ο δικηγόρος που συντάσσει την αναίρεση πρέπει να στηριχθεί στα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε η ίδια η απόφαση και να εξηγήσει γιατί αυτά δεν καλύπτουν τα στοιχεία της εφαρμοσθείσας ποινικής διάταξης. Δεν μπορεί να στηρίξει τον λόγο σε διαφορετική εκδοχή των γεγονότων, την οποία το δικαστήριο δεν δέχθηκε.

6. Παραβίαση του δεδικασμένου ή της εκκρεμοδικίας

Ποινική απόφαση μπορεί να αναιρεθεί όταν παραβιάζει το δεδικασμένο ή την εκκρεμοδικία. Δεδικασμένο υπάρχει όταν για την ίδια πράξη του ίδιου προσώπου έχει ήδη εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση ή βούλευμα που εμποδίζει τη νέα ποινική δίωξη. Εκκρεμοδικία υπάρχει όταν η ίδια υπόθεση βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη ενώπιον άλλου αρμόδιου ποινικού οργάνου.

Η επίκληση του δεδικασμένου πρέπει να είναι συγκεκριμένη και να συνοδεύεται από τα αναγκαία έγγραφα, από τα οποία αποδεικνύεται η προηγούμενη απόφαση, η ταυτότητα της πράξης και το αμετάκλητό της. Ο δικηγόρος πρέπει να συγκρίνει με ακρίβεια τα διατακτικά και τα πραγματικά περιστατικά των δύο υποθέσεων.

7. Καθ’ ύλην αναρμοδιότητα του δικαστηρίου

Λόγος αναίρεσης υπάρχει όταν η υπόθεση δικάστηκε από ποινικό δικαστήριο που δεν είχε καθ’ ύλην αρμοδιότητα. Η αρμοδιότητα αυτή συνδέεται με τη νομική φύση και τη βαρύτητα της κατηγορίας, καθώς και με τις ειδικές διατάξεις που καθορίζουν ποιο δικαστήριο πρέπει να δικάσει κάθε κατηγορία εγκλημάτων.

Ο δικηγόρος πρέπει να ελέγξει τον νομικό χαρακτηρισμό της πράξης, το παραπεμπτικό βούλευμα ή το κλητήριο θέσπισμα, τη σύνθεση του δικαστηρίου και τις διατάξεις αρμοδιότητας που ίσχυαν κατά τον κρίσιμο χρόνο.

8. Παράνομη απόρριψη της έφεσης ως απαράδεκτης ή ανυποστήρικτης

Αυτοτελής λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απορρίπτει παρανόμως την έφεση ως απαράδεκτη ή ως ανυποστήρικτη. Η πλημμέλεια μπορεί να αφορά την προθεσμία και τον τρόπο άσκησης της έφεσης, τη νόμιμη κλήτευση, την εμφάνιση ή εκπροσώπηση του εκκαλούντος, καθώς και τη μη τήρηση δικονομικού τύπου που προστατεύει το δικαίωμα πρόσβασης στον δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας.

Παράνομη απόρριψη μπορεί να υπάρχει και όταν το δικαστήριο δεν αιτιολογεί επαρκώς γιατί έκρινε την έφεση απαράδεκτη. Ο δικηγόρος πρέπει να εξετάσει την έκθεση της έφεσης, τις επιδόσεις, τα πρακτικά, τις αποφάσεις αναβολής και κάθε στοιχείο που συνδέεται με την παρουσία ή την εκπροσώπηση του εκκαλούντος.

9. Υπέρβαση εξουσίας

Υπέρβαση εξουσίας υπάρχει όταν το δικαστήριο ασκεί δικαιοδοσία που δεν του παρέχει ο νόμος ή όταν, μολονότι έχει δικαιοδοσία, δεν συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις για να αποφανθεί. Πρόκειται για θετική υπέρβαση εξουσίας όταν το δικαστήριο αποφασίζει κάτι που δεν είχε εξουσία να αποφασίσει και για αρνητική υπέρβαση όταν αρνείται ή παραλείπει να ασκήσει εξουσία που όφειλε να ασκήσει.

Στις περιπτώσεις υπέρβασης εξουσίας περιλαμβάνονται, ενδεικτικά, η εκδίκαση υπόθεσης που δεν ανήκει στην ποινική δικαιοδοσία, η επίλυση ζητήματος που ο νόμος υπάγει αποκλειστικά στα πολιτικά δικαστήρια και η καταδίκη για έγκλημα για το οποίο δεν είχε υποβληθεί η απαιτούμενη έγκληση ή αίτηση ή δεν είχε δοθεί η νόμιμη άδεια δίωξης. Ο δικηγόρος πρέπει να προσδιορίσει το ακριβές όριο της δικαιοδοσίας που παραβιάστηκε.

Τι δεν αποτελεί νόμιμο λόγο αναίρεσης

Δεν αποτελεί λόγο αναίρεσης η γενική διαμαρτυρία ότι η απόφαση είναι άδικη, ότι οι μάρτυρες δεν είπαν την αλήθεια, ότι το δικαστήριο έπρεπε να πιστέψει τον κατηγορούμενο ή ότι τα αποδεικτικά στοιχεία οδηγούσαν σε διαφορετικό συμπέρασμα. Δεν αρκεί επίσης η απλή αντιγραφή ενός λόγου από το άρθρο 510 ΚΠΔ χωρίς αναφορά των περιστατικών και της συγκεκριμένης νομικής πλημμέλειας.

Η αίτηση πρέπει να περιλαμβάνει τουλάχιστον έναν σαφή, ορισμένο και παραδεκτό λόγο αναίρεσης. Η αοριστία της αρχικής αίτησης δεν θεραπεύεται με παραπομπή σε άλλα έγγραφα, με μεταγενέστερο υπόμνημα ή με πρόσθετους λόγους, αφού η άσκηση πρόσθετων λόγων προϋποθέτει ήδη παραδεκτή αρχική αίτηση. Για τον λόγο αυτό, η συνδρομή δικηγόρου πριν από τη σύνταξη και την κατάθεση της έκθεσης αναίρεσης είναι ουσιώδης.

Ο ρόλος του δικηγόρου στην αναίρεση ποινικής απόφασης

Η προετοιμασία της αναίρεσης δεν περιορίζεται στην ανάγνωση του διατακτικού της καταδικαστικής απόφασης. Ο δικηγόρος πρέπει να εξετάσει το πλήρες καθαρογραμμένο κείμενο, τα πρακτικά της δίκης, το κατηγορητήριο ή το παραπεμπτικό βούλευμα, την έκθεση έφεσης, τους αυτοτελείς ισχυρισμούς, τα αιτήματα, τις ενστάσεις και τις παρεμπίπτουσες αποφάσεις που εκδόθηκαν κατά τη διάρκεια της διαδικασίας.

Στη συνέχεια, ο δικηγόρος συγκρίνει το σκεπτικό με το διατακτικό, ελέγχει την ορθή εφαρμογή του ποινικού νόμου και διαπιστώνει εάν υπάρχει ακυρότητα, έλλειψη αιτιολογίας, υπέρβαση εξουσίας ή άλλος νόμιμος λόγος. Η αναίρεση απαιτεί συγκεκριμένη νομική θεμελίωση και ακριβή αναφορά στα σημεία της απόφασης από τα οποία προκύπτει η πλημμέλεια.

Ένας δικηγόρος που χειρίζεται ποινικές αναιρέσεις δεν πρέπει να παρουσιάζει την αναίρεση ως ευκαιρία επανάληψης ολόκληρης της δίκης. Το κρίσιμο ερώτημα είναι εάν η απόφαση μπορεί να ελεγχθεί και να αναιρεθεί για συγκεκριμένο νομικό λόγο. Η έγκαιρη εξέταση της απόφασης από δικηγόρο επιτρέπει την αντικειμενική αξιολόγηση των δυνατοτήτων άσκησης αναίρεσης και την ορθή διατύπωση των σχετικών λόγων.

Συμπέρασμα

Η ποινική απόφαση δεν αναιρείται απλώς επειδή ο καταδικασθείς διαφωνεί με το αποτέλεσμα. Απαιτείται συγκεκριμένο νομικό ή δικονομικό σφάλμα από εκείνα που προβλέπει το άρθρο 510 ΚΠΔ. Η έλλειψη αιτιολογίας, η εσφαλμένη εφαρμογή του ποινικού νόμου, οι ακυρότητες της διαδικασίας, η παράνομη απόρριψη της έφεσης και η υπέρβαση εξουσίας αποτελούν ορισμένους από τους βασικούς άξονες του αναιρετικού ελέγχου.

Η επιλογή δικηγόρου με γνώση της ποινικής δικονομίας και της νομολογίας του Αρείου Πάγου είναι καθοριστική, τόσο για την αναγνώριση του κατάλληλου λόγου αναίρεσης όσο και για τη σαφή, ορισμένη και παραδεκτή διατύπωσή του.

Exit mobile version