Site icon Δημήτρης Πολλάλης Δικηγόρος

ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ ΣΕ ΑΙΤΗΣΗ ΑΚΥΡΩΣΕΩΣ ΚΑΤΑ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΕΠΙ ΕΝΔΙΚΟΦΑΝΟΥΣ ΠΡΟΣΦΥΓΗΣ

Μετά την έκδοση της απόφασης επί της ενδικοφανούς προσφυγής κατά της έκθεσης αυτοψίας αυθαίρετης κατασκευής ή χρήσης, ο ενδιαφερόμενος που δεν ικανοποιήθηκε από την απόφαση μπορεί να ασκήσει αίτηση ακυρώσεως δια του πληρεξουσίου δικηγόρου ενώπιον του αρμόδιου Διοικητικού Εφετείου.

Σύμφωνα με το άρθρο 422 του ν. 5306/2026, κατά της απόφασης που εκδίδεται επί της ενδικοφανούς προσφυγής του άρθρου 421 επιτρέπεται αίτηση ακυρώσεως ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου της τοποθεσίας του ακινήτου. Η αίτηση ασκείται, καταρχήν, μέσα σε προθεσμία εξήντα ημερών από την κοινοποίηση της απόφασης στον προσφεύγοντα. Η προθεσμία και η άσκηση της αίτησης ακυρώσεως δεν αναστέλλουν αυτοδικαίως την εκτέλεση της προσβαλλόμενης απόφασης. Για την αναστολή απαιτείται ιδιαίτερη αίτηση αναστολής. Η αίτηση ακυρώσεως προβλέπεται να συζητείται μέσα σε εξήντα ημέρες από την κατάθεσή της, γεγονός που επιβάλλει την ταχεία κινητοποίηση κάθε τρίτου που επιθυμεί να παρέμβει.

Η έκβαση της ακυρωτικής δίκης δεν αφορά πάντοτε μόνο τον αιτούντα και τη Διοίκηση. Η ακύρωση της απόφασης του αρμόδιου Συμβουλίου μπορεί να επηρεάσει άμεσα έναν συνιδιοκτήτη, έναν όμορο ιδιοκτήτη, τον αρχικό καταγγέλλοντα, τον κύριο του ακινήτου ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο του οποίου η έννομη θέση εξαρτάται από τη διατήρηση της ισχύος της προσβαλλόμενης απόφασης. Το πρόσωπο αυτό μπορεί, εφόσον διαθέτει κατά την κρίση του δικηγόρου απαιτούμενο έννομο συμφέρον, να ασκήσει δικαστική παρέμβαση.

1.-Νομική φύση της παρέμβασης

Η παρέμβαση στην ακυρωτική δίκη ρυθμίζεται από το άρθρο 49 του π.δ. 18/1989. Δεν πρόκειται πλέον για απλή αίτηση συμμετοχής ή για υπόμνημα που απευθύνεται σε διοικητικό όργανο, αλλά για κανονικό δικαστικό δικόγραφο, το οποίο κατατίθεται δια του δικηγόρου ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου και επιδίδεται στους λοιπούς διαδίκους.

Η παρέμβαση είναι παρεπόμενη της κύριας αίτησης ακυρώσεως. Δεν ανοίγει αυτοτελή δίκη και δεν περιέχει ανεξάρτητο αίτημα ακύρωσης. Η λειτουργία της είναι να επιτρέψει σε τρίτο πρόσωπο, του οποίου τα συμφέροντα απειλούνται από την ενδεχόμενη ακύρωση της διοικητικής πράξης, να μετάσχει στη δίκη και να υποστηρίξει τη διατήρηση της ισχύος της.

Το άρθρο 49 είναι απολύτως σαφές ως προς την κατεύθυνση της παρέμβασης:

Η παρέμβαση μπορεί να ασκηθεί μόνο για τη διατήρηση της ισχύος της προσβαλλόμενης πράξης.

Επομένως, δεν επιτρέπεται παρέμβαση υπέρ του αιτούντος και υπέρ της ακύρωσης της διοικητικής πράξης. Η νομολογία έχει απορρίψει ως απαράδεκτες παρεμβάσεις που στρέφονταν κατά της προσβαλλόμενης πράξης και υποστήριζαν την αποδοχή της αίτησης ακυρώσεως. Το πρόσωπο που επιθυμεί την ακύρωση της πράξης πρέπει να ασκήσει δική του αίτηση ακυρώσεως μέσα στη νόμιμη προθεσμία και δεν μπορεί να υποκαταστήσει το ένδικο αυτό βοήθημα με δικόγραφο παρέμβασης.

2.-Ποιος έχει δικαίωμα να ασκήσει παρέμβαση

Δικαίωμα παρέμβασης έχει κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που διαθέτει άμεσο, προσωπικό και ενεστώς έννομο συμφέρον από τη διατήρηση της ισχύος της προσβαλλόμενης απόφασης.

Αυτό σημαίνει ότι ο παρεμβαίνων πρέπει να αποδεικνύει ότι, εάν η αίτηση ακυρώσεως γίνει δεκτή και η διοικητική πράξη ακυρωθεί, θα υποστεί συγκεκριμένη βλάβη στη νομική, περιουσιακή ή πραγματική του κατάσταση. Δεν αρκεί ένα γενικό ενδιαφέρον για την τήρηση της πολεοδομικής νομοθεσίας ή για τη νομιμότητα της διοικητικής δράσης.

Ανάλογα με τα πραγματικά περιστατικά, δικαίωμα παρέμβασης μπορεί να έχει:

-ο ιδιοκτήτης του ακινήτου, όταν τρίτος έχει ασκήσει αίτηση ακυρώσεως κατά ευνοϊκής γι’ αυτόν απόφασης επί της ενδικοφανούς προσφυγής,

-ο συγκύριος ή ο ιδιοκτήτης άλλης οριζόντιας ή κάθετης ιδιοκτησίας, όταν η υπόθεση αφορά κοινόκτητο ή κοινόχρηστο χώρο ή επηρεάζει τα δικαιώματα συνιδιοκτησίας,

-ο ιδιοκτήτης όμορου ακινήτου, όταν η διατήρηση ή η ακύρωση της πράξης επηρεάζει συγκεκριμένα το ακίνητό του,

-ο επικαρπωτής ή άλλος δικαιούχος εμπράγματου δικαιώματος,

-ο νόμιμος χρήστης ή μισθωτής, όταν η έκβαση της υπόθεσης συνδέεται άμεσα με τη δυνατότητα χρήσης του ακινήτου,

-ο δήμος ή άλλο νομικό πρόσωπο, εφόσον θίγεται συγκεκριμένο δικαίωμα, περιουσιακό στοιχείο ή αρμοδιότητά του,

-ο καταγγέλλων, μετά από καταγγελία του οποίου κινήθηκε ο πολεοδομικός έλεγχος και συντάχθηκε η έκθεση αυτοψίας.

Ειδικώς στις υποθέσεις αυθαίρετων κατασκευών, η νομολογία έχει δεχθεί ότι το πρόσωπο μετά από καταγγελία του οποίου διενεργήθηκε ο έλεγχος και συντάχθηκε η έκθεση αυτοψίας έχει έννομο συμφέρον να παρέμβει υπέρ του κύρους των πολεοδομικών πράξεων. Στην απόφαση ΣτΕ 940/2016 έγινε δεκτό ότι ο αρχικός καταγγέλλων είχε έννομο συμφέρον όχι μόνο επειδή ήταν ιδιοκτήτης παρακείμενου ακινήτου, αλλά και επειδή η διαδικασία ελέγχου είχε κινηθεί ύστερα από τη δική του καταγγελία.

Σε κάθε περίπτωση, το έννομο συμφέρον πρέπει να εξηγείται από τον δικηγόρο αναλυτικά και να αποδεικνύεται με πρόσφορα και επίκαιρα έγγραφα. Η απλή αναγραφή ότι ο παρεμβαίνων είναι «ενδιαφερόμενος» δεν αρκεί.

3.-Σε ποια πλευρά ασκείται η παρέμβαση

Η παρέμβαση ασκείται πάντοτε υπέρ του κύρους της απόφασης που προσβάλλεται με την αίτηση ακυρώσεως και, κατά συνέπεια, με αίτημα την απόρριψη της αίτησης ακυρώσεως.

Δύο είναι τα συνηθέστερα παραδείγματα:

Απόρριψη της ενδικοφανούς προσφυγής του ιδιοκτήτη

Εάν η ενδικοφανής προσφυγή του ιδιοκτήτη απορρίφθηκε και διατηρήθηκε σε ισχύ η έκθεση αυτοψίας, ο ιδιοκτήτης μπορεί να ασκήσει αίτηση ακυρώσεως ζητώντας την ακύρωση της απορριπτικής απόφασης. Στη δίκη αυτή μπορεί να παρέμβει ο όμορος ιδιοκτήτης, ο συνιδιοκτήτης ή ο αρχικός καταγγέλλων, ζητώντας να απορριφθεί η αίτηση ακυρώσεως και να παραμείνει σε ισχύ η απόφαση που χαρακτήρισε τις κατασκευές ή χρήσεις αυθαίρετες.

Αποδοχή της ενδικοφανούς προσφυγής του ιδιοκτήτη

Εάν η ενδικοφανής προσφυγή έγινε δεκτή και η έκθεση αυτοψίας ακυρώθηκε ή τροποποιήθηκε υπέρ του ιδιοκτήτη, ένας θιγόμενος τρίτος μπορεί να ασκήσει αίτηση ακυρώσεως κατά της ευνοϊκής απόφασης. Στη δίκη αυτή ο ιδιοκτήτης μπορεί να παρέμβει υπέρ του κύρους της απόφασης που έκανε δεκτή την ενδικοφανή προσφυγή του και να ζητήσει την απόρριψη της αίτησης ακυρώσεως του τρίτου.

Κρίσιμο δεν είναι ποιος είχε ασκήσει την προηγούμενη ενδικοφανή προσφυγή, αλλά ποιος ωφελείται από τη διατήρηση της συγκεκριμένης απόφασης που προσβάλλεται ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου.

4.-Πώς ασκείται η παρέμβαση

Η παρέμβαση ασκείται με ιδιαίτερο δικόγραφο,από τον δικηγόρο το οποίο φέρει τον τίτλο:

ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ
Υπέρ του κύρους της προσβαλλόμενης πράξης και προς απόρριψη της αίτησης ακυρώσεως

Το δικόγραφο απευθύνεται στο Διοικητικό Εφετείο ενώπιον του οποίου εκκρεμεί η αίτηση ακυρώσεως. Πρέπει να προσδιορίζει την κύρια υπόθεση, τον αριθμό κατάθεσης της αίτησης ακυρώσεως, την προσβαλλόμενη απόφαση, τους διαδίκους και την ορισθείσα δικάσιμο.

Η παρέμβαση συντάσσεται και υπογράφεται από πληρεξούσιο δικηγόρο. Απαιτείται νόμιμη πληρεξουσιότητα και διορισμός αντικλήτου, σύμφωνα με τις εφαρμοζόμενες διατάξεις του π.δ. 18/1989. Εάν παρεμβαίνει νομικό πρόσωπο, πρέπει να προσκομίζονται και τα έγγραφα από τα οποία αποδεικνύονται η νόμιμη σύσταση και η ισχύουσα εκπροσώπησή του.

Επίδοση στους διαδίκους

Κυρωμένο αντίγραφο της κατατεθείσας παρέμβασης πρέπει να επιδοθεί, με επιμέλεια του παρεμβαίνοντος, σε όλους τους διαδίκους της κύριας δίκης. Ανάλογα με τη συγκεκριμένη υπόθεση, η επίδοση γίνεται:

-στον αιτούντα ή στους αιτούντες,

-στο Ελληνικό Δημόσιο, στον αρμόδιο Υπουργό ή στο νομικό πρόσωπο κατά του οποίου στρέφεται η αίτηση,

-στο διοικητικό όργανο ή στον φορέα που προβλέπεται από τις ειδικές διατάξεις,

-σε τυχόν άλλους παρεμβαίνοντες που έχουν ήδη καταστεί διάδικοι.

Η επίδοση γίνεται με δικαστικό επιμελητή ή με άλλο νόμιμο τρόπο ηλεκτρονικής επίδοσης, όταν συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις. Οι εκθέσεις επίδοσης πρέπει να κατατίθενται εγκαίρως στον δικαστικό φάκελο.

5.-Αναγκαίο περιεχόμενο του δικογράφου

Η παρέμβαση πρέπει να περιλαμβάνει τουλάχιστον :

  1. Τα πλήρη στοιχεία του παρεμβαίνοντος, τη διεύθυνση κατοικίας ή έδρας, τα στοιχεία επικοινωνίας και τα στοιχεία του πληρεξούσιου δικηγόρου και του αντικλήτου.
  2. Τον ακριβή προσδιορισμό της κύριας δίκης, με τον αριθμό κατάθεσης της αίτησης ακυρώσεως, τη δικάσιμο και τα στοιχεία των κύριων διαδίκων.
  3. Την προσβαλλόμενη διοικητική πράξη, δηλαδή τον αριθμό, την ημερομηνία και το περιεχόμενο της απόφασης που εκδόθηκε επί της ενδικοφανούς προσφυγής.
  4. Την ειδική θεμελίωση του έννομου συμφέροντος, με αναφορά στη σχέση του παρεμβαίνοντος με το ακίνητο, την κατασκευή, την αρχική καταγγελία ή τα δικαιώματα που θα επηρεαστούν από ενδεχόμενη ακύρωση.
  5. Την αντίκρουση των λόγων ακυρώσεως, τόσο ως προς το παραδεκτό της αίτησης όσο και ως προς την ουσιαστική και νομική βασιμότητα των ισχυρισμών του αιτούντος.
  6. Την επίκληση των αποδεικτικών στοιχείων, όπως τίτλοι ιδιοκτησίας, κτηματολογικά φύλλα και διαγράμματα, σύσταση οριζόντιας ή κάθετης ιδιοκτησίας, κανονισμός πολυκατοικίας, οικοδομικές άδειες, τεχνικές εκθέσεις, φωτογραφίες, η αρχική καταγγελία, η έκθεση αυτοψίας, η ενδικοφανής προσφυγή και η απόφαση που εκδόθηκε επ’ αυτής.
  7. Σαφές αιτητικό, με το οποίο ζητείται να γίνει δεκτή η παρέμβαση, να απορριφθεί η αίτηση ακυρώσεως και να διατηρηθεί σε ισχύ η προσβαλλόμενη πράξη.

Η παράθεση του ιστορικού δεν αρκεί. Το δικόγραφο πρέπει να απαντά συγκεκριμένα στους λόγους ακυρώσεως και να εξηγεί γιατί η προσβαλλόμενη απόφαση είναι νόμιμη και επαρκώς αιτιολογημένη ή γιατί η αίτηση ακυρώσεως είναι απαράδεκτη ό συντάκτης δικηγόρος πρέπει να είναι ιδιαίτερα προσεκτικός στην ορθή συμπλήρωση του δικογραφου. .

5.-Προθεσμία άσκησης της παρέμβασης

Στις αιτήσεις ακυρώσεως που εκδικάζονται από τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια, όπως είναι το Διοικητικό Εφετείο, εξακολουθεί να εφαρμόζεται το άρθρο 49 του π.δ. 18/1989 όπως ίσχυε πριν από τις 16 Σεπτεμβρίου 2024.

Συνεπώς, η παρέμβαση πρέπει, επί ποινή απαραδέκτου:

να κατατεθεί και να επιδοθεί στους διαδίκους τουλάχιστον έξι πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αίτησης ακυρώσεως.

Η προθεσμία των έξι πλήρων ημερών αποτελεί το απώτατο χρονικό όριο και όχι τη συνιστώμενη πρακτική. Επειδή το άρθρο 422 του ν. 5306/2026 προβλέπει ότι η αίτηση ακυρώσεως συζητείται μέσα σε εξήντα ημέρες από την κατάθεσή της, η παρέμβαση πρέπει να προετοιμάζεται αμέσως μόλις ο τρίτος πληροφορηθεί την άσκηση της αίτησης και λάβει γνώση της δικασίμου.

Δεν αρκεί να έχει ολοκληρωθεί μόνο η κατάθεση. Μέσα στην ίδια προθεσμία πρέπει να έχουν πραγματοποιηθεί και οι νόμιμες επιδόσεις προς όλους τους διαδίκους.

6.-Παράσταση στη δίκη και υποβολή υπομνήματος

Με την παραδεκτή άσκηση της παρέμβασης, ο παρεμβαίνων αποκτά την ιδιότητα του διαδίκου στην ακυρωτική δίκη. Μπορεί να παραστεί κατά τη συζήτηση μέσω του πληρεξούσιου δικηγόρου του, να αναπτύξει προφορικά τις απόψεις του, να υποβάλει υπόμνημα και να προσκομίσει τα αποδεικτικά έγγραφα που επικαλείται.

Ο παρεμβαίνων δια του δικηγόρου μπορεί να προβάλει:

-λόγους απαραδέκτου της κύριας αίτησης, όπως έλλειψη έννομου συμφέροντος, εκπρόθεσμη άσκηση ή προσβολή μη εκτελεστής πράξης,

-ισχυρισμούς που αντικρούουν τους λόγους ακυρώσεως,

-τεχνικά και πραγματικά στοιχεία που επιβεβαιώνουν τις διαπιστώσεις της έκθεσης αυτοψίας ή τη νομιμότητα της απόφασης επί της ενδικοφανούς προσφυγής,

-νομολογία και νομικά επιχειρήματα υπέρ της διατήρησης της πράξης.

Η παρέμβαση έχει ιδιαίτερη πρακτική σημασία διότι η Διοίκηση υπερασπίζεται την πράξη από την άποψη της νομιμότητας της διοικητικής της δράσης, ενώ ο παρεμβαίνων μπορεί να αναδείξει συγκεκριμένες συνέπειες που αφορούν την ιδιοκτησία του, τα κοινόχρηστα μέρη, την ασφάλεια του κτιρίου, τη χρήση των ακινήτων ή το ιστορικό της καταγγελίας.

Η οριστική απόφαση του Διοικητικού Εφετείου κοινοποιείται στους διαδίκους με επιμέλεια της γραμματείας. Επομένως, εφόσον η παρέμβαση έχει ασκηθεί παραδεκτώς, ο παρεμβαίνων πρέπει να περιλαμβάνεται στους διαδίκους προς τους οποίους κοινοποιείται η δικαστική απόφαση.

7.-Συνέπειες ως προς την τριτανακοπή

Μία ιδιαίτερα σοβαρή συνέπεια της άσκησης παρέμβασης αφορά την τριτανακοπή.

Κατά το άρθρο 51 του π.δ. 18/1989, τρίτος που βλάπτεται από ακυρωτική απόφαση μπορεί, υπό προϋποθέσεις, να ασκήσει τριτανακοπή μέσα σε εξήντα ημέρες από την κοινοποίηση της απόφασης σε αυτόν ή από τότε που έλαβε γνώση της με οποιονδήποτε άλλο τρόπο.

Όμως, όποιος άσκησε παρέμβαση στη σχετική ακυρωτική δίκη στερείται του δικαιώματος να ασκήσει στη συνέχεια τριτανακοπή κατά της απόφασης. Η αιτία είναι ότι ο παρεμβαίνων είχε ήδη τη δυνατότητα να συμμετάσχει στη δίκη, να προβάλει τους ισχυρισμούς του και να υπερασπιστεί τη διοικητική πράξη.

Κατά το προγενέστερο καθεστώς που εφαρμόζεται στις ακυρωτικές υποθέσεις των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, στερείται επίσης του δικαιώματος τριτανακοπής ο τρίτος στον οποίο, με επιμέλεια του εισηγητή, κοινοποιήθηκε αντίγραφο της αίτησης ακυρώσεως με σημείωση της δικασίμου τουλάχιστον είκοσι πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση. Για τον λόγο αυτόν, η κοινοποίηση της αίτησης ακυρώσεως από το Δικαστήριο δεν πρέπει να παραμένει χωρίς άμεση δικονομική αντίδραση.

8.-Σχέση της παρέμβασης με την αίτηση αναστολής

Η αίτηση ακυρώσεως δεν αναστέλλει αυτοδικαίως την εκτέλεση της απόφασης επί της ενδικοφανούς προσφυγής. Ο αιτών πρέπει να ασκήσει δια του δικηγόρου χωριστή αίτηση αναστολής, η οποία, κατά το άρθρο 422 του ν. 5306/2026, επιδίδεται μέσα σε εβδομήντα δύο ώρες από την κατάθεσή της στο όργανο που εξέδωσε την πράξη και στον Υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας.

Η παρέμβαση στην κύρια ακυρωτική δίκη δεν υποκαθιστά τη συμμετοχή στη διαδικασία της αναστολής. Εκείνος που έχει δικαίωμα να παρέμβει στην ακυρωτική δίκη μπορεί να υποβάλει ιδιαίτερο υπόμνημα και στη διαδικασία της αναστολής, ακόμη και πριν από την άσκηση της κύριας παρέμβασης, προκειμένου να αντικρούσει το αίτημα προσωρινής αναστολής της διοικητικής πράξης.

Συνεπώς, όταν μαζί με την αίτηση ακυρώσεως έχει ασκηθεί και αίτηση αναστολής, απαιτούνται δύο διακριτές ενέργειες:

-η εμπρόθεσμη άσκηση της παρέμβασης στην κύρια ακυρωτική δίκη και

-η αυτοτελής υποβολή απόψεων ή υπομνήματος στη διαδικασία της αναστολής.

9.-Η λειτουργία που επιτελεί η παρέμβαση

Η παρέμβαση εξυπηρετεί τέσσερις βασικούς σκοπούς.

Πρώτον, προστατεύει το πρόσωπο που ωφελείται από τη διοικητική πράξη και κινδυνεύει να υποστεί βλάβη εάν αυτή ακυρωθεί.

Δεύτερον, καθιστά τον τρίτο διάδικο, ώστε να μπορεί να παραστεί στη δίκη, να λάβει γνώση της δικογραφίας, να καταθέσει έγγραφα και να αναπτύξει αυτοτελώς την επιχειρηματολογία του.

Τρίτον, συμπληρώνει την υπεράσπιση της Διοίκησης, ιδίως ως προς πραγματικά, τεχνικά και ιδιοκτησιακά ζητήματα που η διοικητική έκθεση απόψεων ενδέχεται να μην αναπτύσσει πλήρως.

Τέταρτον, συγκεντρώνει στην ίδια δίκη όλες τις απόψεις των προσώπων που επηρεάζονται άμεσα από τη διατήρηση ή την ακύρωση της πράξης, ώστε το Δικαστήριο να αποφανθεί έχοντας ενώπιον του πληρέστερη εικόνα της υπόθεσης.

Η παρέμβαση, επομένως, δεν αποτελεί απλή δήλωση υποστήριξης της Διοίκησης. Είναι το ειδικό δικονομικό μέσο με το οποίο ο τρίτος δια του δικηγόροθ προασπίζει τη δική του έννομη θέση απέναντι στον κίνδυνο ακύρωσης της διοικητικής πράξης.

Exit mobile version