ΟΙ ΛΟΓΟΙ ΑΝΑΙΡΕΣΗΣ ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Η αναίρεση ως έλεγχος της νομικής ορθότητας της απόφασης
Η αναίρεση στην πολιτική δίκη δεν αποτελεί νέα εξέταση της υπόθεσης ούτε τρίτο βαθμό δικαιοδοσίας. Ο Άρειος Πάγος δεν καλείται να αποφασίσει ποιος μάρτυρας ήταν περισσότερο αξιόπιστος, ποιο έγγραφο είχε μεγαλύτερη αποδεικτική βαρύτητα ή ποια εκδοχή των πραγματικών περιστατικών ήταν ορθότερη. Ελέγχει αν η προσβαλλόμενη απόφαση πάσχει από συγκεκριμένο νομικό ή δικονομικό σφάλμα, το οποίο εντάσσεται σε έναν από τους περιοριστικά προβλεπόμενους λόγους αναίρεσης. Ο δικηγόρος που εξετάζει τη δυνατότητα άσκησης αναίρεσης πρέπει, επομένως, να διακρίνει εξαρχής το νομικό σφάλμα από την απλή διαφωνία του διαδίκου με την ουσιαστική κρίση της απόφασης.
Για τον λόγο αυτό, μια δυσμενής ή ακόμη και εμφανώς αυστηρή απόφαση δεν είναι κατ’ ανάγκη αναιρετέα. Η δυνατότητα άσκησης αναίρεσης εξαρτάται από το αν μπορεί να εντοπιστεί συγκεκριμένη πλημμέλεια του άρθρου 559 ΚΠολΔ ή, στις ειδικές περιπτώσεις στις οποίες αυτό εφαρμόζεται, του άρθρου 560 ΚΠολΔ. Η αμφισβήτηση της εκτίμησης των αποδείξεων, όταν εμφανίζεται με τη μορφή δήθεν νομικού σφάλματος, απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Ο δικηγόρος που αναλαμβάνει την άσκηση αναίρεσης οφείλει να ελέγξει αν η αιτίαση μπορεί πράγματι να υπαχθεί σε συγκεκριμένο νόμιμο λόγο.
Επομένως, ο δικηγόρος δεν πρέπει να επαναλάβει απλώς τους ισχυρισμούς της αγωγής ή της έφεσης. Το βασικό έργο του είναι να απομονώσει το συγκεκριμένο σφάλμα της απόφασης και να το υπαγάγει με ακρίβεια στον κατάλληλο λόγο αναίρεσης.
Η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου
Ο συχνότερος λόγος αναίρεσης είναι εκείνος του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ. Θεμελιώνεται όταν το δικαστήριο παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, επειδή είτε του απέδωσε εσφαλμένη έννοια είτε δεν τον εφάρμοσε, μολονότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επέβαλλαν την εφαρμογή του, είτε τον εφάρμοσε ενώ δεν συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις.
Η παραβίαση μπορεί, επομένως, να αφορά την ερμηνεία του κανόνα δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών παραδοχών της απόφασης στον κανόνα αυτό. Χαρακτηριστική περίπτωση υπάρχει όταν το δικαστήριο δέχεται συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, τα οποία συγκροτούν κατά νόμο μια αξίωση ή ένσταση, αλλά στη συνέχεια απορρίπτει την αξίωση ή την ένσταση λόγω εσφαλμένης ερμηνείας της εφαρμοστέας διάταξης.
Ο Άρειος Πάγος δεν επανεξετάζει αν τα πραγματικά περιστατικά αποδείχθηκαν ορθά. Λαμβάνει ως βάση τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης και ελέγχει αν, με βάση αυτές, εφαρμόστηκε ο σωστός κανόνας δικαίου και αν έγινε ορθή υπαγωγή.
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, δεν αρκεί να αναφέρεται γενικά ότι το δικαστήριο «παραβίασε τον νόμο». Πρέπει να προσδιορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη ουσιαστικού δικαίου, το περιεχόμενο που της απέδωσε η απόφαση, οι κρίσιμες πραγματικές παραδοχές της και το ακριβές σφάλμα κατά την ερμηνεία ή την εφαρμογή της. Ο δικηγόρος που συντάσσει το αναιρετήριο πρέπει να αναπτύσσει πλήρως αυτή τη σύνδεση, καθώς η απλή αναφορά στον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ή η αντιγραφή του κειμένου της διάταξης δεν αρκεί για τη θεμελίωση παραδεκτού λόγου αναίρεσης.
Στον ίδιο λόγο μπορεί, υπό προϋποθέσεις, να υπαχθεί και η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, όταν αυτά χρησιμοποιούνται για την ερμηνεία κανόνα δικαίου ή για την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε αυτόν. Δεν ιδρύεται, όμως, λόγος αναίρεσης όταν τα διδάγματα της κοινής πείρας χρησιμοποιήθηκαν απλώς για την αξιολόγηση των αποδείξεων.
Η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης
Ιδιαίτερα σημαντικός είναι ο λόγος του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ. Η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης όταν δεν περιέχει καθόλου αιτιολογίες για ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ή όταν οι αιτιολογίες της είναι ανεπαρκείς ή αντιφατικές, με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατό να ελεγχθεί αν εφαρμόστηκε ορθά ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο δικηγόρος που εξετάζει τον λόγο αυτό πρέπει να εντοπίζει ακριβώς ποια ουσιώδης πραγματική παραδοχή απουσιάζει ή σε ποιο σημείο εμφανίζεται η ασάφεια ή η αντίφαση.
Η έλλειψη νόμιμης βάσης αφορά τις πραγματικές παραδοχές που είναι αναγκαίες για την εφαρμογή του νόμου. Υπάρχει, για παράδειγμα, όταν η απόφαση δεν διευκρινίζει αν συνέτρεξε ένα κρίσιμο πραγματικό στοιχείο της αγωγής ή της ένστασης ή όταν δέχεται συγχρόνως πραγματικά περιστατικά που αλληλοαναιρούνται.
Δεν αρκεί, όμως, να υποστηρίζεται ότι η απόφαση δεν εξήγησε αναλυτικά γιατί πίστεψε έναν μάρτυρα ή γιατί προσέδωσε μεγαλύτερη βαρύτητα σε ένα έγγραφο. Το δικαστήριο της ουσίας οφείλει να εκθέτει με σαφήνεια τι αποδείχθηκε, αλλά δεν υποχρεούται να αναλύει χωριστά την αποδεικτική αξία κάθε μέσου ούτε να αιτιολογεί γιατί προτίμησε ορισμένες αποδείξεις έναντι άλλων.
Η διάκριση μεταξύ των αριθμών 1 και 19 είναι ουσιώδης. Στον αριθμό 1 οι παραδοχές της απόφασης είναι επαρκείς, αλλά ο κανόνας δικαίου ερμηνεύθηκε ή εφαρμόστηκε εσφαλμένα. Στον αριθμό 19 οι ίδιες οι παραδοχές είναι ελλιπείς, ασαφείς ή αντιφατικές, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να πραγματοποιηθεί ο νομικός έλεγχος. Ο δικηγόρος πρέπει να επιλέξει τον ορθό λόγο αναίρεσης, διότι η σύγχυση μεταξύ των δύο περιπτώσεων μπορεί να οδηγήσει σε απόρριψη της αιτίασης ως αόριστης ή απαράδεκτης.
Η λήψη υπόψη μη προταθέντων ισχυρισμών και η παράλειψη εξέτασης ουσιώδους ισχυρισμού
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη «πράγματα» που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν νόμιμα και είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ως «πράγματα» νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που θεμελιώνουν, καταλύουν ή παρακωλύουν το δικαίωμα που ασκείται με την αγωγή, την ανταγωγή, την ένσταση ή την αντένσταση. Δεν αποτελούν πράγματα, με την έννοια αυτή, τα νομικά επιχειρήματα, οι συλλογισμοί των διαδίκων, η απλή άρνηση της αγωγής, οι αξιολογικές κρίσεις και τα αποδεικτικά μέσα.
Εάν, για παράδειγμα, ο εναγόμενος έχει προτείνει νόμιμα αυτοτελή ένσταση παραγραφής και το δικαστήριο παραλείψει να την εξετάσει, μπορεί να θεμελιώνεται ο συγκεκριμένος λόγος αναίρεσης. Δεν συμβαίνει το ίδιο όταν η απόφαση δεν απαντά χωριστά σε κάθε επιχείρημα που χρησιμοποιήθηκε για την υποστήριξη της ένστασης.
Για να είναι παραδεκτός ο λόγος, ο δικηγόρος πρέπει να εκθέτει στο αναιρετήριο το ακριβές περιεχόμενο του ισχυρισμού, τον τρόπο και τον χρόνο κατά τον οποίο προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και την ουσιώδη επιρροή του στο αποτέλεσμα της δίκης. Αν από την απόφαση προκύπτει ότι ο ισχυρισμός εξετάστηκε και απορρίφθηκε, έστω και σιωπηρά, δεν υπάρχει παράλειψη λήψης του υπόψη.
Η μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων
Ο λόγος του άρθρου 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ αφορά συγκεκριμένες παραβάσεις των κανόνων της απόδειξης. Στην πράξη συναντάται κυρίως όταν προβάλλεται ότι το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο το οποίο ο διάδικος είχε επικαλεστεί και προσκομίσει νόμιμα. Ο δικηγόρος που εξετάζει τη δυνατότητα προβολής του λόγου αυτού πρέπει να διαπιστώσει ότι το συγκεκριμένο μέσο είχε πράγματι εισαχθεί νόμιμα στη δίκη και συνδεόταν με ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό.
Η θεμελίωση του λόγου αυτού απαιτεί να προσδιορίζεται με σαφήνεια το αποδεικτικό μέσο, να αναφέρεται ότι έγινε νόμιμη και εμπρόθεσμη επίκληση και προσκομιδή του και να εξηγείται ποιος ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός υποστηριζόταν με αυτό. Δεν αρκεί η γενική διατύπωση ότι το δικαστήριο «αγνόησε τα έγγραφα του φακέλου».
Η απουσία ειδικής αναφοράς ενός εγγράφου στο κείμενο της απόφασης δεν σημαίνει από μόνη της ότι το δικαστήριο δεν το συνεκτίμησε. Τα δικαστήρια δεν υποχρεούνται να κατονομάζουν ένα προς ένα όλα τα αποδεικτικά μέσα. Ο λόγος ιδρύεται όταν από το συνολικό περιεχόμενο της απόφασης προκύπτει αναμφίβολα ότι συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο δεν λήφθηκε υπόψη.
Ο αριθμός 11 καλύπτει επίσης την περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο που ο νόμος δεν επιτρέπει ή το οποίο επιτρέπεται μόνο υπό ορισμένες προϋποθέσεις που δεν συνέτρεχαν. Δεν πρέπει, όμως, να συγχέεται η παράνομη χρησιμοποίηση ενός αποδεικτικού μέσου με την κατά τον διάδικο εσφαλμένη αξιολόγησή του.
Η παραβίαση των κανόνων για την αποδεικτική δύναμη και το βάρος απόδειξης
Κατά τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο παραβίασε τους κανόνες που καθορίζουν τη δεσμευτική αποδεικτική δύναμη ορισμένου αποδεικτικού μέσου. Η πλημμέλεια δεν αφορά την ελεύθερη εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά την περίπτωση κατά την οποία ο νόμος αποδίδει σε συγκεκριμένο μέσο ορισμένη αποδεικτική ισχύ και το δικαστήριο δεν την αναγνωρίζει ή της αποδίδει ισχύ που δεν έχει. Ο δικηγόρος πρέπει να διακρίνει την παραβίαση της νόμιμης αποδεικτικής δύναμης από την απλή διαφωνία με την αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού.
Δεν μπορεί, συνεπώς, να στηριχθεί ο λόγος αυτός στην άποψη ότι μια μαρτυρική κατάθεση, μια ένορκη βεβαίωση ή μια πραγματογνωμοσύνη έπρεπε να αξιολογηθεί διαφορετικά, εφόσον τα μέσα αυτά εκτιμώνται ελεύθερα από το δικαστήριο.
Ο αριθμός 13 αφορά την εσφαλμένη εφαρμογή των κανόνων για το αντικειμενικό βάρος της απόδειξης. Ο λόγος θεμελιώνεται όταν το δικαστήριο επιρρίπτει σε λάθος διάδικο τις συνέπειες της αμφιβολίας ως προς την απόδειξη ενός κρίσιμου πραγματικού περιστατικού. Δεν αφορά το ποιος διάδικος προσκόμισε περισσότερα ή πειστικότερα στοιχεία, αλλά ποιος, σύμφωνα με τον νόμο, έφερε τον κίνδυνο της μη απόδειξης.
Συναφής, αλλά περιορισμένης πρακτικής εφαρμογής, είναι η περίπτωση του αριθμού 10, κατά την οποία το δικαστήριο δέχθηκε ως αληθινά ουσιώδη πραγματικά περιστατικά χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται όταν υπήρχαν αποδεικτικά μέσα, αλλά ο αναιρεσείων θεωρεί ότι ήταν ανεπαρκή ή ότι αξιολογήθηκαν εσφαλμένα.
Η παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου
Ο λόγος του άρθρου 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ συχνά προβάλλεται καταχρηστικά ως μέσο αμφισβήτησης της αποδεικτικής κρίσης του δικαστηρίου. Παραμόρφωση εγγράφου δεν υπάρχει επειδή το δικαστήριο ερμήνευσε ένα έγγραφο διαφορετικά από τον διάδικο ή επειδή δεν του απέδωσε την αποδεικτική σημασία που εκείνος θεωρεί ορθή. Ο δικηγόρος πρέπει πρώτα να ελέγξει αν πρόκειται πράγματι για εσφαλμένη ανάγνωση του εγγράφου και όχι απλώς για διαφορετικό αποδεικτικό συμπέρασμα.
Παραμόρφωση υπάρχει όταν το δικαστήριο, εξαιτίας εσφαλμένης ανάγνωσης, αποδίδει στο έγγραφο περιεχόμενο καταφανώς διαφορετικό από το πραγματικό. Πρόκειται για σφάλμα ως προς το τι αναγράφεται στο έγγραφο και όχι ως προς το αποδεικτικό συμπέρασμα που εξάγεται από αυτό.
Για τη θεμελίωση του λόγου πρέπει να παρατίθεται το πραγματικό περιεχόμενο του εγγράφου, το διαφορετικό περιεχόμενο που του απέδωσε η απόφαση και το επιβλαβές αποδεικτικό πόρισμα που στηρίχθηκε στην εσφαλμένη ανάγνωση. Απαιτείται, επίσης, το δικαστήριο να έχει στηρίξει το επίμαχο πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο συγκεκριμένο έγγραφο.
Η παράνομη κήρυξη ή μη κήρυξη ακυρότητας, έκπτωσης ή απαραδέκτου
Με τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ελέγχεται αν το δικαστήριο κήρυξε ή παρέλειψε να κηρύξει, κατά παράβαση του νόμου, δικονομική ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.
Ο λόγος αυτός μπορεί να εμφανιστεί σε ζητήματα που αφορούν το παραδεκτό της αγωγής, της έφεσης, μιας ένστασης ή άλλης διαδικαστικής πράξης, καθώς και σε περιπτώσεις δικονομικής αοριστίας. Δεν καλύπτει, όμως, κάθε παράβαση δικονομικής διάταξης ούτε αφορά ακυρότητες που απορρέουν από κανόνες ουσιαστικού δικαίου.
Η ορθή επιλογή μεταξύ των αριθμών 1, 8 και 14 είναι συχνά δύσκολη, ιδίως όταν αμφισβητείται η κρίση του δικαστηρίου για το ορισμένο ενός δικογράφου. Η διάκριση εξαρτάται από το αν το πρόβλημα αφορά τις αναγκαίες κατά το ουσιαστικό δίκαιο προϋποθέσεις της αξίωσης, την παράλειψη εξέτασης πραγματικού ισχυρισμού ή την εφαρμογή των δικονομικών κανόνων περί ορισμένου και παραδεκτού. Ο δικηγόρος πρέπει να εντοπίζει την πραγματική φύση της πλημμέλειας πριν επιλέξει τον αντίστοιχο αριθμό του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Η επιδίκαση μη ζητηθέντος ή περισσότερου από το ζητηθέν
Ο αριθμός 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε, επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αδίκαστη αυτοτελή αίτηση.
Η έννοια της αίτησης δεν ταυτίζεται με κάθε ισχυρισμό ή επιχείρημα του διαδίκου. Πρέπει να πρόκειται για αυτοτελές αίτημα που ανοίγει ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και απαιτεί αντίστοιχη διάταξη στο διατακτικό. Επομένως, η παράλειψη απάντησης σε ένα νομικό επιχείρημα δεν συνιστά από μόνη της παράλειψη εκδίκασης αίτησης.
Η παραβίαση του δεδικασμένου
Κατά τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχθηκε εσφαλμένα ότι υπάρχει δεδικασμένο, παρέλειψε να αναγνωρίσει υπάρχον δεδικασμένο ή προσδιόρισε εσφαλμένα την έκταση και το περιεχόμενό του.
Για την ορισμένη προβολή του λόγου πρέπει να προσδιορίζονται η προηγούμενη απόφαση, οι διάδικοι, το αντικείμενο και η ιστορική και νομική αιτία της προηγούμενης και της μεταγενέστερης δίκης. Δεν αρκεί η γενική αναφορά ότι το ίδιο ζήτημα είχε κριθεί στο παρελθόν.
Η αντίφαση στο διατακτικό της απόφασης
Ο αριθμός 17 αφορά την ύπαρξη αντιφατικών διατάξεων στο διατακτικό της ίδιας απόφασης. Δεν αρκεί αντίφαση μεταξύ επιμέρους αιτιολογιών ούτε αντίφαση μεταξύ μιας αιτιολογίας και ενός αποδεικτικού στοιχείου.
Η αντίφαση πρέπει να εντοπίζεται στο διατακτικό και να δημιουργεί αβεβαιότητα ως προς το τι ακριβώς κρίθηκε ή να καθιστά αδύνατη ή προβληματική την εκτέλεση της απόφασης.
Οι λοιποί λόγοι αναίρεσης
Το άρθρο 559 ΚΠολΔ προβλέπει και άλλους λόγους, οι οποίοι εμφανίζονται λιγότερο συχνά αλλά μπορούν να είναι καθοριστικοί σε συγκεκριμένες υποθέσεις. Σε αυτούς περιλαμβάνονται η μη νόμιμη συγκρότηση του δικαστηρίου, η συμμετοχή δικαστή που έπρεπε να έχει αποκλειστεί, η υπέρβαση της δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων, η παραβίαση των κανόνων καθ’ ύλην αρμοδιότητας, η παράνομη ερήμην εκδίκαση διαδίκου, η παράνομη εξαίρεση της δημοσιότητας της συζήτησης, η παράνομη ανάκληση οριστικής απόφασης και η μη συμμόρφωση του δικαστηρίου της παραπομπής προς τη νομική κρίση της αναιρετικής απόφασης.
Οι λόγοι αυτοί απαιτούν πάντοτε σύνδεση της συγκεκριμένης διαδικαστικής παράβασης με τον αντίστοιχο αριθμό του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Δεν υπάρχει γενικός λόγος αναίρεσης για κάθε παραβίαση δικονομικής διάταξης.
Η ανάγκη νόμιμης προβολής του ισχυρισμού στο δικαστήριο της ουσίας
Ακόμη και όταν υφίσταται πραγματική νομική πλημμέλεια, ο λόγος αναίρεσης μπορεί να απορριφθεί ως απαράδεκτος αν στηρίζεται σε ισχυρισμό που δεν είχε προταθεί νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας.
Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, δεν επιτρέπεται κατά κανόνα να εισάγεται για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου πραγματικός ή νομικός ισχυρισμός που απαιτούσε προηγούμενη προβολή. Εξαιρούνται η παράβαση που δεν μπορούσε να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, το σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την προσβαλλόμενη απόφαση και ο ισχυρισμός που αφορά τη δημόσια τάξη.
Ο δικηγόρος που συντάσσει το αναιρετήριο πρέπει, επομένως, να αναφέρει όχι μόνο ποιος ισχυρισμός παραβιάστηκε ή παραλείφθηκε, αλλά και σε ποιο δικόγραφο, σε ποιο στάδιο και με ποιο συγκεκριμένο περιεχόμενο είχε προβληθεί. Η επισκόπηση μόνο της προσβαλλόμενης απόφασης δεν αρκεί. Απαιτείται έλεγχος της αγωγής, των προτάσεων, της έφεσης, των πρόσθετων λόγων, των πρακτικών και των κρίσιμων αποδεικτικών εγγράφων.
Τι δεν αποτελεί λόγο αναίρεσης
Δεν αποτελεί λόγο αναίρεσης η απλή διαφωνία με την εκτίμηση των αποδείξεων. Ο ισχυρισμός ότι ένας μάρτυρας ήταν αναξιόπιστος, ότι μια πραγματογνωμοσύνη ήταν πληρέστερη από μια άλλη, ότι το δικαστήριο έπρεπε να προτιμήσει συγκεκριμένο έγγραφο ή ότι τα πραγματικά περιστατικά συνέβησαν διαφορετικά προσβάλλει την ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Ο δικηγόρος οφείλει να αποκλείει τέτοιες αιτιάσεις από το αναιρετήριο, ακόμη και όταν ο διάδικος θεωρεί ότι η αποδεικτική κρίση ήταν εσφαλμένη.
Επίσης, δεν αρκεί η γενική αιτίαση ότι η απόφαση είναι «αναιτιολόγητη», «αντιφατική» ή «αντίθετη στον νόμο». Κάθε λόγος πρέπει να συνδέεται με συγκεκριμένη διάταξη, με συγκεκριμένη παραδοχή ή παράλειψη της απόφασης και με συγκεκριμένη επίδραση στο διατακτικό.
Στην πράξη, σημαντικός αριθμός αιτήσεων αναίρεσης απορρίπτεται επειδή επιχειρείται, με τη χρήση της ορολογίας του άρθρου 559 ΚΠολΔ, να επανεισαχθεί η ουσιαστική διαφωνία του διαδίκου με τα πραγματικά συμπεράσματα της απόφασης. Η αναίρεση δεν αποτελεί μέσο επανάληψης της έφεσης με διαφορετική διατύπωση.
Η σύνταξη των λόγων αναίρεσης
Ο δικηγόρος που συντάσσει την αίτηση αναίρεσης πρέπει να διαμορφώνει κάθε λόγο ως αυτοτελή και ολοκληρωμένη νομική ενότητα. Σε κάθε λόγο πρέπει να προσδιορίζονται η διάταξη που παραβιάστηκε, ο αντίστοιχος αριθμός του άρθρου 559 ή 560 ΚΠολΔ, οι κρίσιμες παραδοχές της απόφασης, το συγκεκριμένο νομικό σφάλμα και η επίδρασή του στο αποτέλεσμα της δίκης.
Όταν ο λόγος αφορά ισχυρισμό ή αποδεικτικό μέσο, πρέπει επιπλέον να αναφέρεται πότε και πώς αυτός προβλήθηκε, επικλήθηκε ή προσκομίστηκε. Όταν αφορά ελλιπείς αιτιολογίες, πρέπει να εξηγείται ποιο πραγματικό στοιχείο έπρεπε να διαπιστωθεί και γιατί η έλλειψή του εμποδίζει τον έλεγχο της εφαρμογής του νόμου.
Η απλή παράθεση των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης και η γενική επίκληση ενός αριθμού του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεν αρκούν. Ο Άρειος Πάγος έχει επανειλημμένα κρίνει ότι η αντιγραφή του νομοθετικού κειμένου, χωρίς έκθεση των πραγματικών και νομικών στοιχείων που συγκροτούν την πλημμέλεια, καθιστά τον λόγο αόριστο και απαράδεκτο.
Για τον λόγο αυτό, ο δικηγόρος που αναλαμβάνει την υπόθεση πρέπει να εξετάζει αντικειμενικά όχι μόνο αν η απόφαση είναι δυσμενής, αλλά αν υπάρχει συγκεκριμένο και παραδεκτά προβαλλόμενο νομικό σφάλμα. Η άσκηση αναίρεσης χωρίς τέτοιο σφάλμα αυξάνει το κόστος της διαφοράς χωρίς να δημιουργεί πραγματική πιθανότητα μεταβολής της απόφασης.
Σύντομη αναφορά στη διαδικασία
Με αναίρεση προσβάλλονται κατά κανόνα τελεσίδικες αποφάσεις, ενώ η άσκησή της υπόκειται σε αυστηρές προθεσμίες και ειδικές προϋποθέσεις παραδεκτού. Ο ακριβής έλεγχος πρέπει να γίνεται με βάση το είδος της απόφασης, τη διαδικασία, τον χρόνο δημοσίευσης και την τυχόν επίδοσή της. Ο δικηγόρος πρέπει να εξετάζει άμεσα τα στοιχεία αυτά, ώστε να μην απολεσθεί η νόμιμη προθεσμία για την άσκηση της αναίρεσης.
Με έναρξη ισχύος στις 16 Σεπτεμβρίου 2026, δεν επιτρέπεται κατά κανόνα η άσκηση αναίρεσης όταν το ποσό που επιδικάζεται για τη διαφορά που άγεται ενώπιον του Αρείου Πάγου είναι κατώτερο των 20.000 ευρώ. Προβλέπεται δυνατότητα υποβολής αίτησης για χορήγηση άδειας από Τριμελές Συμβούλιο του Αρείου Πάγου μέσα σε τριάντα ημέρες από την επίδοση της απόφασης, ενώ ο περιορισμός δεν εφαρμόζεται στις εργατικές διαφορές. Με την ίδια έναρξη ισχύος, το άρθρο 560 ΚΠολΔ προβλέπει περιορισμένο κατάλογο έξι λόγων αναίρεσης για τις αποφάσεις που υπάγονται σε αυτό.
Ο ρόλος του δικηγόρου στην αναιρετική διαδικασία
Η επιτυχής προετοιμασία μιας αναίρεσης αρχίζει με την πλήρη μελέτη του φακέλου και όχι μόνο της τελεσίδικης απόφασης. Ο δικηγόρος πρέπει να εξετάσει ποιοι ισχυρισμοί προβλήθηκαν, ποια αποδεικτικά μέσα επικλήθηκαν, ποια ζητήματα κρίθηκαν και αν η απόφαση περιέχει ελέγξιμη νομική πλημμέλεια. Ένας δικηγόρος για άσκηση αναίρεσης οφείλει, επομένως, να μελετήσει την αγωγή, τις προτάσεις, την έφεση, τα πρακτικά και τα κρίσιμα έγγραφα της δίκης.
Η εμπειρία του δικηγόρου στην αναιρετική διαδικασία είναι ιδιαίτερα σημαντική, επειδή η ουσία της υπόθεσης πρέπει να μετατραπεί σε συγκεκριμένους, αυτοτελείς και παραδεκτούς λόγους αναίρεσης. Ο δικηγόρος που χειρίζεται υπόθεση ενώπιον του Αρείου Πάγου δεν χρειάζεται να αναπτύξει όσο το δυνατόν περισσότερα επιχειρήματα, αλλά να επιλέξει τις λίγες εκείνες αιτιάσεις που πράγματι υπόκεινται σε αναιρετικό έλεγχο.
Μια σοβαρή νομική αξιολόγηση μπορεί να οδηγήσει είτε στη σύνταξη ενός στοχευμένου αναιρετηρίου είτε στο συμπέρασμα ότι η υπόθεση δεν παρουσιάζει αναιρετικά ελέγξιμο σφάλμα. Και στις δύο περιπτώσεις, η έγκαιρη εξέταση από δικηγόρο προστατεύει τον διάδικο από την απώλεια των προθεσμιών και από την άσκηση ενός ενδίκου μέσου που επιχειρεί απλώς να επαναφέρει την ουσιαστική διαφωνία με την απόφαση. Η επιλογή δικηγόρου για αναίρεση πρέπει να στηρίζεται στην ικανότητά του να αξιολογεί αντικειμενικά τον φάκελο και να συντάσσει ορισμένους και παραδεκτούς λόγους.