Η αίτηση προς την Εφορεία Αρχαιοτήτων: το πρώτο και κρισιμότερο βήμα και ο ρόλος του εξειδικευμένου δικηγόρου

1.-Η αρχική αίτηση αποτελεί το θεμέλιο της υπόθεσης

Σε πολλές υποθέσεις αρχαιολογικού ενδιαφέροντος, ο πολίτης απευθύνεται σε δικηγόρο μόνο αφού έχει ήδη απορριφθεί το αίτημά του από την αρμόδια Εφορεία Αρχαιοτήτων. Τότε, όμως, η υπόθεση έχει ήδη αποκτήσει συγκεκριμένο διοικητικό ιστορικό, έχει σχηματισθεί ο σχετικός φάκελος και η Διοίκηση έχει ενδεχομένως διαμορφώσει μία αρνητική θέση, η οποία δεν είναι πάντοτε εύκολο να ανατραπεί.

Η ασφαλέστερη αντιμετώπιση είναι διαφορετική. Ο εξειδικευμένος δικηγόρος πρέπει να παρεμβαίνει πριν από την υποβολή του αρχικού αιτήματος. Η αίτηση προς την Εφορεία Αρχαιοτήτων δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως μία απλή γραφειοκρατική ενέργεια ούτε ως ένα τυπικό συνοδευτικό έγγραφο της τεχνικής μελέτης. Αποτελεί το πρώτο και, πολλές φορές, το κρισιμότερο στάδιο μιας συνολικής νομικής και τεχνικής στρατηγικής.

Το αίτημα μπορεί να αφορά την έγκριση οικοδομικών ή επισκευαστικών εργασιών, την αποκατάσταση ή την προσθήκη σε υφιστάμενο κτίσμα, την αλλαγή χρήσης ενός ακινήτου, τη λειτουργία καταστήματος, την εκτέλεση έργου κοντά σε μνημείο, την πραγματοποίηση μιας επένδυσης ή οποιαδήποτε άλλη επέμβαση σε ακίνητο που βρίσκεται μέσα σε αρχαιολογικό χώρο ή σε περιοχή ιδιαίτερης προστασίας. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, ο τρόπος με τον οποίο θα διατυπωθεί το αρχικό αίτημα μπορεί να επηρεάσει καθοριστικά τόσο την εξέλιξη της διοικητικής διαδικασίας όσο και τις δυνατότητες άμυνας του ενδιαφερομένου σε περίπτωση απόρριψης.

Η αίτηση προς την Εφορεία Αρχαιοτήτων καθορίζει από την αρχή το ακριβές αντικείμενο επί του οποίου καλείται να αποφανθεί η Διοίκηση. Μέσα από αυτήν προσδιορίζεται ποια συγκεκριμένη έγκριση ζητεί ο ενδιαφερόμενος, ποιο δικαίωμά του επιδιώκει να ασκήσει και ποια πραγματικά περιστατικά επικαλείται προς υποστήριξη του αιτήματός του.

Παράλληλα, με την αίτηση εισάγονται στον διοικητικό φάκελο τα τεχνικά σχέδια, οι μελέτες, οι φωτογραφίες, τα τοπογραφικά διαγράμματα, οι τίτλοι ιδιοκτησίας και κάθε άλλο αποδεικτικό στοιχείο που συνδέεται με την υπόθεση. Με τον ίδιο τρόπο τίθενται υπόψη της Υπηρεσίας οι νομοθετικές διατάξεις που πρέπει να εφαρμοστούν και τα συγκεκριμένα πραγματικά και νομικά ζητήματα στα οποία θα πρέπει να απαντήσει η απόφαση της Εφορείας Αρχαιοτήτων.

Επομένως, η αρχική αίτηση δεν καθορίζει μόνο τι ζητείται σήμερα από τη Διοίκηση. Προδιαγράφει σε σημαντικό βαθμό και τι θα μπορεί να υποστηριχθεί αύριο, εάν η απάντηση είναι απορριπτική ή εάν η έγκριση χορηγηθεί με τόσο επαχθείς όρους, ώστε να μην ικανοποιείται ουσιαστικά το αίτημα του ενδιαφερομένου.

Όταν η αίτηση είναι πλήρης, σαφής και νομικά τεκμηριωμένη, η Εφορεία Αρχαιοτήτων υποχρεώνεται να τοποθετηθεί επί συγκεκριμένων ζητημάτων. Αντίθετα, όταν το αίτημα είναι αόριστο ή περιορίζεται σε μία γενική έκκληση προς την Υπηρεσία να «εξετάσει το θέμα», η απάντηση μπορεί να είναι εξίσου γενική, πληροφοριακή ή προκαταρκτική, χωρίς να επιλύει οριστικά την υπόθεση.

Ένα απλό μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ή ένα γενικό ερώτημα σχετικά με το αν «επιτρέπεται» μία εργασία μπορεί να οδηγήσει σε μία άτυπη απάντηση υπαλλήλου, σε μία προκαταρκτική άποψη της Υπηρεσίας ή σε ένα προπαρασκευαστικό έγγραφο. Τέτοιες απαντήσεις δεν αποτελούν πάντοτε εκτελεστές διοικητικές πράξεις και, κατά συνέπεια, ενδέχεται να μην μπορούν να προσβληθούν αυτοτελώς.

Για τον λόγο αυτόν, ο δικηγόρος πρέπει να διαμορφώνει ένα συγκεκριμένο, ώριμο και νομικά θεμελιωμένο αίτημα, επί του οποίου το αρμόδιο διοικητικό όργανο καλείται να εκδώσει ρητή και οριστική απόφαση.

2.-Η παρέμβαση του δικηγόρου πρέπει να προηγείται της κατάθεσης

Ο ρόλος του δικηγόρου δεν πρέπει να περιορίζεται στη σύνταξη μιας ιεραρχικής προσφυγής ή μιας αίτησης ακυρώσεως μετά την έκδοση της απορριπτικής απόφασης. Το ουσιαστικό έργο του εξειδικευμένου δικηγόρου αρχίζει πριν ακόμη κατατεθεί η πρώτη αίτηση στην Εφορεία Αρχαιοτήτων.

Πριν από τη σύνταξη του αιτήματος, ο δικηγόρος πρέπει να εξετάσει το καθεστώς προστασίας που ισχύει για το ακίνητο και την περιοχή. Πρέπει να μελετήσει την πράξη με την οποία χαρακτηρίστηκε ή οριοθετήθηκε ο αρχαιολογικός χώρος ή το μνημείο, να εντοπίσει ποια ακριβώς έγκριση απαιτείται και να προσδιορίσει ποιο διοικητικό όργανο διαθέτει την αποφασιστική αρμοδιότητα.

Σε ορισμένες υποθέσεις η αρμοδιότητα ανήκει στην κατά τόπον Εφορεία Αρχαιοτήτων, ενώ σε άλλες απαιτείται η γνωμοδότηση του αρμόδιου Τοπικού Συμβουλίου Μνημείων ή του Κεντρικού Αρχαιολογικού Συμβουλίου και η έκδοση απόφασης από διαφορετικό όργανο του Υπουργείου Πολιτισμού. Η ορθή αναγνώριση της διαδικασίας είναι ιδιαίτερα σημαντική, διότι μία αίτηση που απευθύνεται σε αναρμόδιο όργανο ή ζητεί την έκδοση πράξης την οποία το συγκεκριμένο όργανο δεν μπορεί να εκδώσει ενδέχεται να προκαλέσει καθυστέρηση και σύγχυση ως προς το ποια είναι τελικά η προσβλητή πράξη.

Ο εξειδικευμένος δικηγόρος πρέπει επίσης να εξετάζει εξαρχής ποια τεχνικά στοιχεία και ποιες μελέτες είναι απαραίτητο να συνοδεύσουν την αίτηση. Δεν αρκεί να κατατεθεί ένα νομικά ορθό κείμενο, όταν ο φάκελος είναι τεχνικά ελλιπής. Αντίστοιχα, δεν αρκεί μία άρτια τεχνική μελέτη, όταν δεν συνδέεται με ένα σαφές αιτητικό και με την κατάλληλη νομική θεμελίωση.

Η τελική απόφαση της Διοίκησης θα στηριχθεί στην αίτηση, στις τεχνικές μελέτες, στα συμπληρωματικά στοιχεία, στις υπηρεσιακές εισηγήσεις και, όπου απαιτείται, στη γνωμοδότηση του αρμόδιου αρχαιολογικού συμβουλίου. Συνεπώς, ο δικηγόρος πρέπει να γνωρίζει από την πρώτη στιγμή ποιες αντιρρήσεις ενδέχεται να διατυπώσει η Υπηρεσία και με ποιον τρόπο μπορούν να αντιμετωπιστούν πριν ακόμη αυτές περιληφθούν σε μία απορριπτική απόφαση.

3.-Η συνεργασία του δικηγόρου με τον μηχανικό

Στις περισσότερες αρχαιολογικές υποθέσεις είναι απαραίτητη η συνεργασία του δικηγόρου με μηχανικό, αρχιτέκτονα ή άλλον κατάλληλο τεχνικό σύμβουλο. Ο μηχανικός αποτυπώνει το ακίνητο, περιγράφει τις προτεινόμενες εργασίες, συντάσσει τα σχέδια και τεκμηριώνει την τεχνική λύση. Ο δικηγόρος εξετάζει αν η λύση αυτή είναι συμβατή με το νομικό καθεστώς της περιοχής, αν το αίτημα απευθύνεται στο αρμόδιο όργανο και αν τα τεχνικά δεδομένα παρουσιάζονται με τρόπο που υποστηρίζει τη θέση του ενδιαφερομένου.

Η συνεργασία αυτή δεν πρέπει να αρχίζει αφού ολοκληρωθεί η μελέτη και λίγο πριν από την κατάθεση του φακέλου. Είναι προτιμότερο ο δικηγόρος να συμμετέχει ήδη από το στάδιο διαμόρφωσης της τεχνικής πρότασης. Με αυτόν τον τρόπο μπορούν να προβλεφθούν εγκαίρως οι πιθανές αντιρρήσεις της Εφορείας Αρχαιοτήτων και να εξεταστούν εναλλακτικές λύσεις, οι οποίες θα προστατεύουν το μνημείο ή τον αρχαιολογικό χώρο χωρίς να καθιστούν αδύνατη την αξιοποίηση της ιδιοκτησίας.

Η τεχνική πληρότητα και η νομική προετοιμασία λειτουργούν συμπληρωματικά. Ούτε ο μηχανικός μπορεί να υποκαταστήσει τον δικηγόρο ως προς τον προσδιορισμό του νομικού αιτήματος και των συνεπειών μιας πιθανής απόρριψης ούτε ο δικηγόρος μπορεί να υποκαταστήσει την αναγκαία τεχνική τεκμηρίωση.

4.-Πώς πρέπει να διατυπώνεται η αίτηση

Μία σωστά προετοιμασμένη αίτηση πρέπει να προσδιορίζει με σαφήνεια τον αιτούντα και το έννομο συμφέρον του, να περιγράφει το ακίνητο και την ακριβή θέση του, να αναφέρει το ισχύον καθεστώς προστασίας και να παρουσιάζει τις προηγούμενες διοικητικές πράξεις που συνδέονται με την υπόθεση.

Εξίσου σημαντικό είναι να περιγράφεται με ακρίβεια το έργο, η δραστηριότητα ή η χρήση για την οποία ζητείται έγκριση. Η Διοίκηση πρέπει να γνωρίζει ακριβώς επί ποιας πρότασης καλείται να αποφανθεί. Η ασάφεια ως προς το αντικείμενο της αίτησης μπορεί να οδηγήσει είτε σε αίτημα για διαρκείς συμπληρώσεις είτε σε μία απάντηση που δεν επιλύει οριστικά το πραγματικό πρόβλημα του ενδιαφερομένου.

Το αιτητικό δεν πρέπει να περιορίζεται σε εκφράσεις όπως «παρακαλώ να εξετάσετε το θέμα» ή «παρακαλώ να με ενημερώσετε αν επιτρέπεται η εργασία». Ο δικηγόρος πρέπει να ζητεί την έκδοση συγκεκριμένης απόφασης, με την οποία θα εγκρίνεται η υποβληθείσα μελέτη, η αιτούμενη χρήση ή η σχεδιαζόμενη δραστηριότητα.

Όταν οι περιστάσεις το επιτρέπουν, μπορεί να διατυπώνεται, μαζί με το κύριο αίτημα, και μία επικουρική πρόταση. Έτσι, ο ενδιαφερόμενος μπορεί να ζητεί κατά κύριο λόγο την έγκριση της αρχικής λύσης και, επικουρικά, την έγκρισή της με ορισμένες τεχνικές προσαρμογές ή ειδικούς όρους. Η επιλογή αυτή είναι σημαντική, διότι δεν αφήνει τη Διοίκηση μόνο μπροστά στο δίλημμα της πλήρους έγκρισης ή της πλήρους απόρριψης. Την υποχρεώνει να εξετάσει αν ο σκοπός της προστασίας μπορεί να επιτευχθεί με ηπιότερα και αναλογικότερα μέτρα.

Ο πλήρης φάκελος έχει εξίσου μεγάλη σημασία με το ίδιο το κείμενο της αίτησης. Η έλλειψη ενός ουσιώδους σχεδίου, μιας τεχνικής έκθεσης ή ενός αναγκαίου δικαιολογητικού μπορεί να επιτρέψει στην Υπηρεσία να απορρίψει το αίτημα για λόγους που θα μπορούσαν να είχαν προληφθεί. Αντίθετα, όταν έχουν κατατεθεί όλα τα αναγκαία στοιχεία, η Διοίκηση οφείλει να αντιμετωπίσει την ουσία του αιτήματος και να αιτιολογήσει την κρίση της με βάση τα πραγματικά δεδομένα του φακέλου.

5.-Η απορριπτική απόφαση πρέπει να είναι δύσκολο να αιτιολογηθεί γενικά και αόριστα

Σκοπός της σωστής νομικής προετοιμασίας δεν είναι να χαρακτηρίζεται εκ των προτέρων ως καταχρηστική οποιαδήποτε αρνητική απόφαση της Εφορείας Αρχαιοτήτων. Η κατάχρηση εξουσίας αποτελεί ιδιαίτερο λόγο ακυρώσεως και πρέπει να στηρίζεται σε συγκεκριμένα πραγματικά και νομικά δεδομένα.

Ο πραγματικός στόχος είναι διαφορετικός. Η αίτηση πρέπει να συντάσσεται με τέτοιο τρόπο, ώστε μία ενδεχόμενη απόρριψη να μην μπορεί να στηριχθεί σε γενικές, στερεότυπες ή αόριστες διατυπώσεις. Ο δικηγόρος οφείλει να προβλέψει τις συνηθέστερες αντιρρήσεις της Υπηρεσίας και να τις αντιμετωπίσει ήδη μέσα στο αρχικό αίτημα και στα συνοδευτικά του στοιχεία.

Εάν υπάρχει ενδεχόμενο να υποστηριχθεί ότι το έργο προκαλεί βλάβη σε μνημείο ή αρχαιολογικό χώρο, η αίτηση πρέπει να περιλαμβάνει την κατάλληλη τεχνική τεκμηρίωση που αποδεικνύει ότι η βλάβη δεν υφίσταται ή ότι μπορεί να αποτραπεί με συγκεκριμένα μέτρα. Εάν η πλήρης απαγόρευση της δραστηριότητας εμφανίζεται ως υπερβολική, ο δικηγόρος πρέπει να εξηγήσει γιατί η προστασία του πολιτιστικού αγαθού μπορεί να επιτευχθεί με ηπιότερους όρους.

Με αυτόν τον τρόπο, η Εφορεία Αρχαιοτήτων καλείται είτε να αποδεχθεί την πρόταση είτε να εξηγήσει ειδικά γιατί τα προσκομιζόμενα στοιχεία, οι εναλλακτικές λύσεις και τα προτεινόμενα μέτρα προστασίας δεν επαρκούν. Η αιτιολογία της απορριπτικής απόφασης πρέπει να συνδέεται με τα συγκεκριμένα στοιχεία του φακέλου και δεν αρκεί να επαναλαμβάνει γενικά την ανάγκη προστασίας του αρχαιολογικού χώρου.

Εάν η απόφαση δεν συνεκτιμήσει κρίσιμα τεχνικά δεδομένα, στηριχθεί σε εσφαλμένα πραγματικά περιστατικά ή απαντήσει με στερεότυπες διατυπώσεις, ο δικηγόρος θα μπορεί να εξετάσει εάν συντρέχει έλλειψη ειδικής και επαρκούς αιτιολογίας, πλάνη περί τα πράγματα, παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας ή άλλη πλημμέλεια της διοικητικής διαδικασίας.

Η επιτυχία, επομένως, δεν βρίσκεται στην εκ των προτέρων χρήση έντονων χαρακτηρισμών, αλλά στη δημιουργία ενός τόσο πλήρους διοικητικού φακέλου, ώστε κάθε αρνητική απόφαση να μπορεί να ελεγχθεί με βάση συγκεκριμένες παραλείψεις ή αντιφάσεις.

6.-Η σημασία της εκτελεστής διοικητικής πράξης

Για να είναι δυνατή η δικαστική προσβολή της απόφασης, πρέπει να υπάρχει εκτελεστή διοικητική πράξη ή, υπό τις ειδικές νόμιμες προϋποθέσεις, παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας. Δεν προσβάλλεται αυτοτελώς κάθε υπηρεσιακό έγγραφο, εισήγηση, γνωμοδότηση ή πληροφοριακή απάντηση.

Ο δικηγόρος πρέπει, συνεπώς, να αποφεύγει τη διατύπωση ενός αιτήματος που ζητεί απλώς τη γνώμη ή την ενημέρωση της Υπηρεσίας. Πρέπει να ζητεί από το αρμόδιο όργανο να ασκήσει την αποφασιστική του αρμοδιότητα και να εκδώσει οριστική απόφαση επί ενός συγκεκριμένου και ώριμου αιτήματος.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η διατύπωση της αίτησης μπορεί από μόνη της να μετατρέψει οποιαδήποτε απάντηση σε εκτελεστή διοικητική πράξη. Ο εκτελεστός χαρακτήρας εξαρτάται από το νομοθετικό πλαίσιο, την αρμοδιότητα του οργάνου, την οριστικότητα της κρίσης και τα έννομα αποτελέσματα που παράγει η απάντηση. Η σωστή σύνταξη από εξειδικευμένο δικηγόρο μπορεί, όμως, να περιορίσει σημαντικά τον κίνδυνο να δοθεί μία αόριστη ή καθαρά πληροφοριακή απάντηση.

Η δυσμενής πράξη δεν είναι μόνο εκείνη που απορρίπτει πλήρως την αίτηση. Δυσμενής μπορεί να είναι και μία απόφαση που εγκρίνει το έργο υπό τόσο αυστηρούς όρους, ώστε αυτό να καθίσταται πρακτικά αδύνατο, οικονομικά ασύμφορο ή ουσιωδώς διαφορετικό από εκείνο που ζητήθηκε. Σε αυτή την περίπτωση, ο δικηγόρος πρέπει να εξετάσει ποιο μέρος της απόφασης επιφέρει τη δυσμενή μεταβολή και με ποια διοικητική ή δικαστική διαδικασία μπορεί να προσβληθεί.

7.-Η περίπτωση κατά την οποία η Εφορεία Αρχαιοτήτων δεν απαντά

Η σιωπή της Εφορείας Αρχαιοτήτων δεν πρέπει να οδηγεί τον ενδιαφερόμενο σε αδράνεια ούτε να δημιουργεί την εντύπωση ότι μπορεί να περιμένει απεριόριστα.

Ο γενικός κανόνας της διοικητικής διαδικασίας προβλέπει συγκεκριμένη προθεσμία για τη διεκπεραίωση των αιτημάτων από τις δημόσιες υπηρεσίες, εφόσον δεν υπάρχει ειδική διαφορετική ρύθμιση. Η προθεσμία αυτή συνδέεται, πάντως, με την υποβολή πλήρους φακέλου και τη συγκέντρωση όλων των απαιτούμενων δικαιολογητικών.

Η παρέλευση της προθεσμίας δεν σημαίνει αυτομάτως ότι σε κάθε αρχαιολογική υπόθεση έχει δημιουργηθεί τεκμαιρόμενη απορριπτική πράξη, η οποία μπορεί να προσβληθεί με τον ίδιο τρόπο. Ο δικηγόρος πρέπει να εξετάσει αν υπάρχει ειδική διάταξη που προβλέπει συγκεκριμένη προθεσμία, αν η Διοίκηση είχε υποχρέωση να εκδώσει εκτελεστή πράξη και αν έχουν συντρέξει οι προϋποθέσεις για τη στοιχειοθέτηση παράλειψης οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας.

Ιδιαίτερη σημασία έχει, για τον λόγο αυτόν, η διατήρηση της απόδειξης κατάθεσης, του αριθμού πρωτοκόλλου, του πλήρους καταλόγου των εγγράφων που κατατέθηκαν και κάθε μεταγενέστερης επικοινωνίας με την Υπηρεσία. Χωρίς αυτά τα στοιχεία μπορεί να είναι δυσχερής ακόμη και η απόδειξη του ακριβούς περιεχομένου του αιτήματος και του χρόνου κατά τον οποίο περιήλθε στη Διοίκηση.

8.-Η αίτηση πρέπει να προετοιμάζει και την επόμενη νομική κίνηση

Η ιεραρχική προσφυγή και η αίτηση ακυρώσεως δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται ως ενέργειες που εξετάζονται για πρώτη φορά αφού εκδοθεί η απορριπτική απόφαση. Ο εξειδικευμένος δικηγόρος πρέπει να έχει προβλέψει τις δυνατότητες αυτές ήδη κατά τη σύνταξη του αρχικού αιτήματος.

Όταν η αίτηση είναι αόριστη, όταν λείπουν κρίσιμα τεχνικά στοιχεία ή όταν δεν έχει ζητηθεί η έκδοση συγκεκριμένης απόφασης, οι αδυναμίες αυτές συνήθως ακολουθούν την υπόθεση και στα επόμενα στάδια. Ο δικηγόρος που καλείται εκ των υστέρων να προσβάλει την απόφαση μπορεί να βρεθεί αντιμέτωπος με έναν ελλιπή φάκελο και με πραγματικούς ή νομικούς ισχυρισμούς που δεν είχαν τεθεί εγκαίρως υπόψη της Διοίκησης.

Αντίθετα, όταν ο δικηγόρος έχει συμμετάσχει από την αρχή, η ιεραρχική προσφυγή ή η αίτηση ακυρώσεως μπορεί να στηριχθεί σε ένα σαφώς προσδιορισμένο αίτημα, σε πλήρη τεχνική τεκμηρίωση και σε συγκεκριμένα ζητήματα στα οποία η Διοίκηση όφειλε να απαντήσει.

Η έγκαιρη συμμετοχή του δικηγόρου είναι σημαντική και για την προσωρινή δικαστική προστασία. Εάν η εφαρμογή της απορριπτικής απόφασης ή των όρων που επιβάλλονται προκαλεί άμεση και δυσχερώς επανορθώσιμη βλάβη, μπορεί να απαιτηθεί αίτηση αναστολής και αίτημα προσωρινής διαταγής. Η τεκμηρίωση αυτής της βλάβης είναι αποτελεσματικότερη όταν οι συνέπειες της απορριπτικής πράξης έχουν ήδη περιγραφεί και αποδειχθεί μέσα στον διοικητικό φάκελο.

9.-Συμπέρασμα

Το σοβαρότερο λάθος σε μία υπόθεση αρχαιολογικού ενδιαφέροντος είναι να θεωρηθεί η αίτηση προς την Εφορεία Αρχαιοτήτων μία απλή διαδικαστική ενέργεια, η οποία μπορεί να συνταχθεί πρόχειρα και να εξεταστεί νομικά μόνο εφόσον απορριφθεί.

Η αίτηση αποτελεί το θεμέλιο ολόκληρης της υπόθεσης. Καθορίζει το αντικείμενο της διοικητικής κρίσης, διαμορφώνει τον φάκελο, υποχρεώνει τη Διοίκηση να τοποθετηθεί επί συγκεκριμένων πραγματικών και νομικών ζητημάτων και προετοιμάζει τις δυνατότητες ιεραρχικής και δικαστικής προστασίας.

Ο εξειδικευμένος δικηγόρος δεν καλείται απλώς να αντιδράσει μετά την έκδοση μιας αρνητικής απόφασης. Ο ρόλος του είναι να προβλέψει τις πιθανές αιτίες απόρριψης, να οργανώσει τον διοικητικό φάκελο, να συνεργαστεί με τον μηχανικό, να διατυπώσει το κατάλληλο αιτητικό και να εξασφαλίσει ότι, αν η Εφορεία Αρχαιοτήτων αρνηθεί την έγκριση ή επιβάλει υπέρμετρα επαχθείς όρους, η απόφασή της θα μπορεί να ελεγχθεί αποτελεσματικά τόσο διοικητικά όσο και δικαστικά.

Η νομική αξιολόγηση πρέπει, επομένως, να προηγείται της υποβολής της αίτησης και όχι να ακολουθεί την απόρριψή της. Αυτό είναι το πρώτο και σημαντικότερο βήμα για την ουσιαστική προστασία του πολίτη απέναντι σε μία δυσμενή απόφαση της Εφορείας Αρχαιοτήτων.

Συχνές ερωτήσεις

Μπορεί η διατύπωση της αίτησης να καταστήσει από μόνη της την απάντηση εκτελεστή πράξη;

Όχι. Ο εκτελεστός χαρακτήρας εξαρτάται από το περιεχόμενο και τα έννομα αποτελέσματα της πράξης, την αρμοδιότητα του οργάνου και το ειδικό νομοθετικό πλαίσιο. Η σωστή διατύπωση από δικηγόρο μπορεί, όμως, να εξασφαλίσει ότι υποβάλλεται συγκεκριμένο αίτημα έκδοσης οριστικής απόφασης και όχι ένα απλό ερώτημα ενημερωτικού χαρακτήρα.

Αρκεί η τεχνική αίτηση που συντάσσει ο μηχανικός;

Η τεχνική μελέτη είναι αναγκαία, αλλά δεν υποκαθιστά τη νομική προετοιμασία. Ο δικηγόρος ελέγχει την αρμοδιότητα, τη νομική βάση, το ακριβές αιτητικό, την πληρότητα του διοικητικού φακέλου και τις συνέπειες μιας πιθανής απόρριψης.

Πότε πρέπει να απευθυνθεί ο ενδιαφερόμενος σε δικηγόρο;

Πριν από την κατάθεση της πρώτης αίτησης. Η εκ των υστέρων παρέμβαση μπορεί να βελτιώσει την υπόθεση, αλλά δεν είναι πάντοτε εύκολο να θεραπεύσει αοριστίες, παραλείψεις ή εσφαλμένες επιλογές που έχουν ήδη ενσωματωθεί στον διοικητικό φάκελο.

Τι γίνεται αν η Εφορεία Αρχαιοτήτων εγκρίνει το έργο με ιδιαίτερα επαχθείς όρους;

Ο δικηγόρος εξετάζει αν οι όροι παράγουν δυσμενή έννομα αποτελέσματα, αν είναι νόμιμοι και αναλογικοί και αν πρέπει να ζητηθεί η τροποποίησή τους ή να προσβληθούν με ιεραρχική προσφυγή ή αίτηση ακυρώσεως.

Τι γίνεται αν η Εφορεία Αρχαιοτήτων δεν απαντήσει;

Η αδράνεια πρέπει να αξιολογείται με βάση την ειδική διαδικασία. Δεν δημιουργείται σε κάθε περίπτωση αυτομάτως προσβλητή τεκμαιρόμενη απόρριψη. Ο δικηγόρος εξετάζει αν υφίσταται παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας και ποια επόμενη ενέργεια είναι κατάλληλη.