Προσφυγή κατά απόφασης ή σιωπηρής απόρριψης του Γραμματέα της Αποκεντρωμένης Διοίκησης
Η ειδική διοικητική προσφυγή του άρθρου 152 αποτελεί το δεύτερο στάδιο του διοικητικού ελέγχου νομιμότητας των αποφάσεων των Δήμων, των Περιφερειών και των νομικών προσώπων τους. Ασκείται ενώπιον της αρμόδιας Ειδικής Επιτροπής μετά την έκδοση απόφασης του Γραμματέα της Αποκεντρωμένης Διοίκησης ή μετά τη σιωπηρή απόρριψη της ειδικής διοικητικής προσφυγής του άρθρου 227 του ν. 3852/2010.
Η προσφυγή του άρθρου 152 δεν πρέπει να συγχέεται με την προσφυγή του άρθρου 227. Με την προσφυγή του άρθρου 227 προσβάλλεται, στο πρώτο στάδιο, η πράξη ή η παράλειψη του Δήμου, της Περιφέρειας ή άλλου οργάνου τοπικής αυτοδιοίκησης. Με την προσφυγή του άρθρου 152 προσβάλλεται, στο δεύτερο στάδιο, η απόφαση του Γραμματέα της Αποκεντρωμένης Διοίκησης που εκδόθηκε κατά τον έλεγχο νομιμότητας ή η σιωπηρή απόρριψη της προηγούμενης προσφυγής.
- Η νομοθετική βάση της προσφυγής του άρθρου 152
Από άποψη νομοτεχνικής ακρίβειας, το δικαίωμα άσκησης της προσφυγής και η μηνιαία προθεσμία προβλέπονταν στο άρθρο 151 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων, ενώ το άρθρο 152 ρύθμιζε τη συγκρότηση, την αρμοδιότητα και τη λειτουργία της Ειδικής Επιτροπής. Στην πράξη, όμως, επικράτησε η ονομασία «προσφυγή του άρθρου 152», επειδή η προσφυγή εξετάζεται από την Ειδική Επιτροπή του άρθρου αυτού.
Ο νέος Κώδικας Τοπικής Αυτοδιοίκησης, ο οποίος κυρώθηκε με τον ν. 5314/2026 και δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ Α΄ 103/29.6.2026, κατήργησε κατ’ αρχήν τις παλαιές διατάξεις του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων και θέσπισε νέο σύστημα εποπτείας των Ο.Τ.Α. Ωστόσο, το άρθρο 727 του νέου Κώδικα διατήρησε μεταβατικά σε λειτουργία τον έλεγχο του άρθρου 227 από τον Γραμματέα της Αποκεντρωμένης Διοίκησης και τις Ειδικές Επιτροπές του άρθρου 152, μέχρι την επίσημη έναρξη λειτουργίας της Υπηρεσίας Γενικής Εποπτείας Νομιμότητας Ο.Τ.Α
Κατά τον χρόνο της παρούσας ενημέρωσης, τον Αύγουστο του 2026, η προβλεπόμενη διαπιστωτική απόφαση για την έναρξη λειτουργίας της νέας Υπηρεσίας δεν είχε εκδοθεί. Το Υπουργείο Εσωτερικών δημοσίευσε στις 11 Αυγούστου 2026 πρόσκληση για την κάλυψη των θέσεων του Γενικού Επόπτη και των Εποπτών Νομιμότητας, γεγονός που επιβεβαιώνει ότι η στελέχωση του νέου συστήματος βρισκόταν ακόμη σε εξέλιξη. Επομένως, εξακολουθεί να εφαρμόζεται το μεταβατικό σύστημα του άρθρου 227 και των Ειδικών Επιτροπών του άρθρου 151
- Τι ακριβώς ελέγχει η Ειδική Επιτροπή
Η Ειδική Επιτροπή δεν εξετάζει αν η απόφαση του Δήμου ή της Περιφέρειας ήταν η πλέον συμφέρουσα, η πλέον κατάλληλη ή η πλέον αποτελεσματική. Εξετάζει αποκλειστικά τη νομιμότητα της απόφασης και δεν επιτρέπεται να υπεισέρχεται σε κρίσεις σκοπιμότητας ούτε να υποκαθιστά τα αιρετά όργανα στη διοίκηση των τοπικών υποθέσεων.
Η προσφυγή του άρθρου 152 δεν έχει ενδικοφανή χαρακτήρα. Η Επιτροπή δεν επανεξετάζει ανεξέλεγκτα ολόκληρη την υπόθεση ούτε αποφασίζει εκ νέου με βάση τη δική της εκτίμηση για το δημόσιο ή το δημοτικό συμφέρον. Ελέγχει αν εφαρμόστηκε σωστά ο νόμος, αν τηρήθηκε η προβλεπόμενη διαδικασία, αν το όργανο είχε αρμοδιότητα και αν η απόφαση διαθέτει την απαιτούμενη αιτιολογία.
Ενδεικτικοί λόγοι που μπορούν να προβληθούν είναι η αναρμοδιότητα του οργάνου, η παράβαση ουσιώδους τύπου της διαδικασίας, η μη νόμιμη συγκρότηση ή συνεδρίαση συλλογικού οργάνου, η παράλειψη προηγούμενης ακρόασης, η έλλειψη ειδικής και επαρκούς αιτιολογίας, η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή διάταξης νόμου, η παράβαση των αρχών της ισότητας και της αναλογικότητας, η αντίθεση σε ανώτερη κανονιστική διάταξη και η πλάνη περί τα πράγματα, εφόσον αυτή συνδέεται με τη νομιμότητα της διοικητικής κρίσης.
Η Ειδική Επιτροπή εξετάζει μόνο τους λόγους ακύρωσης που προβάλλονται με την προσφυγή και κινείται μέσα στα όρια του αιτήματός της. Δεν έχει υποχρέωση να αναζητήσει αυτεπαγγέλτως κάθε πιθανή πλημμέλεια της προσβαλλόμενης πράξης. Για τον λόγο αυτό, η ακριβής νομική διατύπωση των λόγων της προσφυγής από δικηγόρο έχει καθοριστική σημασία.
- Κατά ποιας απόφασης ασκείται η προσφυγή
Η προσφυγή του άρθρου 152 ασκείται κατά της απόφασης του Γραμματέα της Αποκεντρωμένης Διοίκησης που εκδόθηκε στο πλαίσιο του ελέγχου νομιμότητας πράξης Ο.Τ.Α. Μπορεί να αφορά απόφαση με την οποία απορρίφθηκε προσφυγή ιδιώτη, απόφαση με την οποία έγινε δεκτή προσφυγή τρίτου και ακυρώθηκε πράξη Δήμου ή Περιφέρειας, καθώς και άλλη πράξη του Γραμματέα που εκδόθηκε στο πλαίσιο της κρατικής εποπτείας νομιμότητας.
Προσφυγή μπορεί να ασκηθεί και κατά της σιωπηρής απόρριψης της προσφυγής του άρθρου 227. Αν ο Γραμματέας δεν αποφανθεί μέσα στην αποκλειστική προθεσμία των δύο μηνών από την υποβολή της προσφυγής του άρθρου 227, η προσφυγή θεωρείται ότι έχει απορριφθεί σιωπηρά. Από την επόμενη ημέρα αρχίζει η προθεσμία για την άσκηση της προσφυγής ενώπιον της Ειδικής Επιτροπής.
Δεν επιτρέπεται να ασκηθεί απευθείας προσφυγή στην Ειδική Επιτροπή κατά της αρχικής απόφασης του Δημοτικού Συμβουλίου, της Δημοτικής Επιτροπής, του Δημάρχου, του Περιφερειακού Συμβουλίου ή άλλου οργάνου Ο.Τ.Α. Πρέπει να έχει προηγηθεί το πρώτο στάδιο ελέγχου από τον Γραμματέα της Αποκεντρωμένης Διοίκησης. Η παράκαμψη αυτού του σταδίου δημιουργεί σοβαρό κίνδυνο απόρριψης της προσφυγής ως απαράδεκτης. Η ΣτΕ 63/2026 επιβεβαίωσε ρητά τη διαδοχική λειτουργία των δύο σταδίων ελέγχου.
- Ποιος έχει δικαίωμα να ασκήσει την προσφυγή
Δικαίωμα άσκησης της προσφυγής έχει οποιοσδήποτε διαθέτει έννομο συμφέρον. Το έννομο συμφέρον πρέπει να είναι προσωπικό, άμεσο και ενεστώς. Δεν αρκεί μία γενική διαφωνία με την πολιτική ή τη διοικητική επιλογή του Δήμου ούτε το απλό ενδιαφέρον για την τήρηση της νομιμότητας.
Προσφεύγων μπορεί να είναι φυσικό πρόσωπο, επιχείρηση, σωματείο, άλλο νομικό πρόσωπο, Δήμος, Περιφέρεια ή δημοτικό νομικό πρόσωπο, εφόσον η απόφαση του Γραμματέα επηρεάζει συγκεκριμένα τη νομική του θέση. Η νομολογία έχει αναγνωρίσει ότι και ο ίδιος ο Δήμος μπορεί να έχει έννομο συμφέρον να προσβάλει απόφαση της Ειδικής Επιτροπής με την οποία ακυρώθηκαν αποφάσεις δημοτικού οργάνου.
Ο δικηγόρος που εξετάζει την υπόθεση πρέπει να προσδιορίζει με σαφήνεια ποια συγκεκριμένη βλάβη προκαλείται στον προσφεύγοντα και με ποιον τρόπο η αποδοχή της προσφυγής μπορεί να αποκαταστήσει τη βλάβη αυτή.
- Η προθεσμία του ενός μήνα
Η προσφυγή ασκείται μέσα σε προθεσμία ενός μήνα από την έκδοση της απόφασης του Γραμματέα, την κοινοποίησή της ή την αποδεδειγμένη γνώση της, ανάλογα με τα πραγματικά περιστατικά της συγκεκριμένης υπόθεσης. Επειδή μπορεί να δημιουργηθεί αμφισβήτηση ως προς το γεγονός που εκκίνησε την προθεσμία, ο ασφαλέστερος υπολογισμός πρέπει να γίνεται από την πρωιμότερη ημερομηνία που είναι δυνατόν να θεωρηθεί νομικά κρίσιμη.
Όταν δεν έχει εκδοθεί απόφαση επί της προσφυγής του άρθρου 227, η δίμηνη προθεσμία του Γραμματέα υπολογίζεται από την υποβολή της προσφυγής. Μετά την άπρακτη παρέλευση των δύο μηνών συντελείται η σιωπηρή απόρριψη και από την επόμενη ημέρα αρχίζει η μηνιαία προθεσμία της προσφυγής του άρθρου 152.
Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται όταν, μετά τη συντέλεση της σιωπηρής απόρριψης, εκδίδεται ή κοινοποιείται καθυστερημένα ρητή απόφαση του Γραμματέα. Σύμφωνα με τη ΣτΕ 63/2026, η μεταγενέστερη κοινοποίηση ή γνώση της απόφασης δεν επανεκκινεί τις προθεσμίες. Ο ενδιαφερόμενος δεν πρέπει να περιμένει την καθυστερημένη απάντηση της Αποκεντρωμένης Διοίκησης, αλλά να ενεργήσει με βάση τη σιωπηρή απόρριψη μόλις συμπληρωθεί το δίμηνο.
Η απόδειξη της ημερομηνίας κατάθεσης της προσφυγής του άρθρου 227 είναι επομένως απολύτως αναγκαία. Ο αριθμός πρωτοκόλλου, η ηλεκτρονική επιβεβαίωση παραλαβής και κάθε σχετικό αποδεικτικό πρέπει να διατηρούνται στον φάκελο.
- Τι πρέπει να περιλαμβάνει η προσφυγή
Η προσφυγή του άρθρου 152 πρέπει να είναι πλήρης, συγκεκριμένη και νομικά τεκμηριωμένη. Δεν αρκεί μία απλή δήλωση ότι η απόφαση είναι άδικη ή παράνομη.
Στο εισαγωγικό μέρος πρέπει να αναφέρονται τα πλήρη στοιχεία του προσφεύγοντος, το έννομο συμφέρον του, η απόφαση ή η σιωπηρή απόρριψη που προσβάλλεται, η αρχική πράξη του Δήμου ή της Περιφέρειας και η προσφυγή του άρθρου 227 που είχε προηγηθεί.
Ακολουθεί ακριβές ιστορικό με τις ημερομηνίες έκδοσης, δημοσίευσης, κοινοποίησης και γνώσης των πράξεων, την ημερομηνία κατάθεσης της πρώτης προσφυγής και την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης του Γραμματέα ή συντέλεσης της σιωπηρής απόρριψης. Η ειδική ενότητα για το εμπρόθεσμο δεν πρέπει να παραλείπεται.
Οι λόγοι ακύρωσης πρέπει να διατυπώνονται χωριστά και να συνδέουν τα πραγματικά περιστατικά με συγκεκριμένες διατάξεις και αρχές του διοικητικού δικαίου. Η απλή επανάληψη του κειμένου της προσφυγής του άρθρου 227 συνήθως δεν είναι αρκετή. Ο δικηγόρος πρέπει να αντικρούσει και τη νομική συλλογιστική της απόφασης του Γραμματέα. Σε περίπτωση σιωπηρής απόρριψης, πρέπει να επαναδιατυπωθούν συστηματικά οι λόγοι κατά της αρχικής πράξης και να εξηγηθεί γιατί η σιωπηρή επικύρωσή της είναι μη νόμιμη.
Το αίτημα πρέπει να είναι σαφές. Κατά περίπτωση ζητείται η ακύρωση της απόφασης ή της σιωπηρής απόρριψης του Γραμματέα και, εφόσον συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις, η ακύρωση της αρχικής πράξης του οργάνου του Ο.Τ.Α.
Στην προσφυγή πρέπει να επισυνάπτονται η αρχική απόφαση του Δήμου ή της Περιφέρειας, τα αποδεικτικά δημοσίευσης ή κοινοποίησης, η προσφυγή του άρθρου 227 και το αποδεικτικό κατάθεσής της, η απόφαση του Γραμματέα, εφόσον έχει εκδοθεί, καθώς και όλα τα έγγραφα που αποδεικνύουν τους προβαλλόμενους λόγους.
- Η κατάθεση στο πρωτόκολλο της Ειδικής Επιτροπής
Κατά τον Κανονισμό λειτουργίας της Ειδικής Επιτροπής, ως ημερομηνία υποβολής της προσφυγής θεωρείται η ημερομηνία κατάθεσής της στο πρωτόκολλο της ίδιας της Επιτροπής. Για τον λόγο αυτό, δεν είναι ασφαλές να αποστέλλεται το δικόγραφο απλώς στον Δήμο ή σε αναρμόδιο τμήμα της Αποκεντρωμένης Διοίκησης με την προσδοκία ότι θα διαβιβαστεί εγκαίρως.
Η προσφυγή πρέπει να υποβάλλεται στην αρμόδια Ειδική Επιτροπή με τρόπο που εξασφαλίζει αριθμό πρωτοκόλλου και αποδεικτικό της ημερομηνίας παραλαβής. Οι ηλεκτρονικές διευθύνσεις και οι τρόποι κατάθεσης δεν είναι απολύτως ενιαίοι σε όλες τις Αποκεντρωμένες Διοικήσεις, επομένως πρέπει να ελέγχονται κάθε φορά τα στοιχεία της κατά τόπον αρμόδιας Επιτροπής.
Οι συνεδριάσεις της Επιτροπής είναι δημόσιες. Ωστόσο, η δημόσια συνεδρίαση δεν μετατρέπει τη διαδικασία σε προφορική δίκη και δεν θεραπεύει ελλείψεις του γραπτού δικογράφου. Η υπόθεση κρίνεται κυρίως με βάση την προσφυγή, τα έγγραφα και τον διοικητικό φάκελο.
- Η προθεσμία απόφασης της Επιτροπής
Το άρθρο 152 προβλέπει ότι η Ειδική Επιτροπή ασκεί έλεγχο νομιμότητας και αποφασίζει μέσα σε αποκλειστική προθεσμία τριάντα ημερών. Η απόφασή της πρέπει να διαθέτει πλήρη, ειδική και σαφή αιτιολογία.
Η ΣτΕ 63/2026 έκανε μία ιδιαίτερα σημαντική διάκριση. Για τον υπολογισμό της διακοπής της δικαστικής προθεσμίας, οι τριάντα ημέρες υπολογίζονται από την ημερομηνία κατάθεσης της προσφυγής από τον ενδιαφερόμενο. Αντίθετα, για να κριθεί αν η Επιτροπή εξέδωσε εμπρόθεσμα και αρμοδίως την απόφασή της, η τριακονθήμερη προθεσμία μπορεί να υπολογιστεί από την περιέλευση στην Επιτροπή των κρίσιμων στοιχείων του διοικητικού φακέλου
Η διάκριση αυτή αποτελεί σοβαρή διαδικαστική παγίδα. Ο προσφεύγων δεν μπορεί να περιμένει ότι η δικαστική του προθεσμία θα παραμείνει διακοπείσα μέχρι να παραλάβει την απόφαση της Επιτροπής. Για τον δικό του υπολογισμό, κρίσιμη είναι η ημερομηνία κατάθεσης της προσφυγής και η πάροδος των τριάντα ημερών από αυτήν.
- Ποια απόφαση μπορεί να εκδώσει η Επιτροπή
Η Επιτροπή εξετάζει αρχικά το παραδεκτό της προσφυγής. Ελέγχει την αρμοδιότητά της, την προθεσμία, το έννομο συμφέρον, την ύπαρξη προσβλητής πράξης και την τήρηση του προηγούμενου σταδίου ελέγχου.
Αν η προσφυγή είναι παραδεκτή, εξετάζονται οι προβαλλόμενοι λόγοι νομιμότητας. Η προσφυγή μπορεί να απορριφθεί ή να γίνει δεκτή, εν όλω ή κατά το μέρος που αφορά ορισμένες πράξεις ή ορισμένους λόγους.
Όταν διαπιστώσει παρανομία, η Ειδική Επιτροπή μπορεί να ακυρώσει όχι μόνο την απόφαση ή τη σιωπηρή απόρριψη του Γραμματέα, αλλά και την αρχική πράξη του Δήμου ή της Περιφέρειας. Η δυνατότητα αυτή αναγνωρίστηκε ρητά από τη ΣτΕ 63/2026, υπό την προϋπόθεση ότι η Επιτροπή κινείται μέσα στα όρια των λόγων και του αιτήματος της προσφυγής
Η απόφαση της Ειδικής Επιτροπής δεν προσβάλλεται με άλλη διοικητική προσφυγή. Μπορεί να προσβληθεί μόνο ενώπιον του αρμόδιου δικαστηρίου.
- Αναστέλλεται η εκτέλεση της προσβαλλόμενης πράξης;
Η άσκηση της προσφυγής του άρθρου 152 δεν αναστέλλει αυτομάτως την εκτέλεση της αρχικής απόφασης του Δήμου ή της Περιφέρειας ούτε την εκτέλεση της απόφασης του Γραμματέα.
Κατά το ισχύον μεταβατικό καθεστώς, η Αποκεντρωμένη Διοίκηση δεν εξετάζει αιτήματα αναστολής, επειδή το παλαιό άρθρο 228 του ν. 3852/2010 καταργήθηκε από τις 29 Ιουνίου 2026 και οι νέες διατάξεις των άρθρων 696 και 697 του ν. 5314/2026 δεν περιλαμβάνονται στις μεταβατικά εφαρμοζόμενες διατάξεις.
Όταν η άμεση εκτέλεση της πράξης μπορεί να προκαλέσει σοβαρή ή δυσχερώς επανορθώσιμη βλάβη, ο δικηγόρος πρέπει να εξετάσει εγκαίρως την άσκηση του κατάλληλου δικαστικού ενδίκου βοηθήματος και την υποβολή αίτησης αναστολής ή προσωρινής δικαστικής προστασίας. Η διοικητική προσφυγή δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως υποκατάστατο της δικαστικής αναστολής.
- Η σχέση με την αίτηση ακυρώσεως και τη δικαστική προστασία
Κατά το σημερινό μεταβατικό καθεστώς, η άσκηση της ειδικής διοικητικής προσφυγής δεν αποτελεί γενικά υποχρεωτική προϋπόθεση για την προσφυγή στα αρμόδια δικαστήρια. Αυτό θα μεταβληθεί όταν τεθεί σε λειτουργία το νέο σύστημα του ν. 5314/2026, στο οποίο η ειδική διοικητική προσφυγή προβλέπεται, με ορισμένες εξαιρέσεις, ως προϋπόθεση του παραδεκτού της δικαστικής προσβολής
Η επιλογή να ασκηθεί η προσφυγή του άρθρου 152 έχει, όμως, άμεσες συνέπειες στις δικαστικές προθεσμίες. Όταν το κατάλληλο ένδικο βοήθημα είναι αίτηση ακυρώσεως, η εμπρόθεσμη προσφυγή του άρθρου 227 διακόπτει την προθεσμία της αίτησης ακυρώσεως για δύο μήνες. Η εμπρόθεσμη προσφυγή ενώπιον της Ειδικής Επιτροπής διακόπτει εκ νέου την προθεσμία για τριάντα ημέρες από την υποβολή της.
Μετά την πάροδο των τριάντα ημερών η δικαστική προθεσμία επανεκκινεί, ακόμη και αν η Επιτροπή δεν έχει αποφασίσει ή δεν έχει κοινοποιήσει την απόφασή της. Μεταγενέστερη κοινοποίηση ή γνώση της απόφασης δεν παρέχει νέα πλήρη προθεσμία.
Το αρμόδιο δικαστήριο, το κατάλληλο ένδικο βοήθημα και η διάρκειά της δικαστικής προθεσμίας εξαρτώνται από τη φύση της αρχικής πράξης και της διαφοράς. Δεν είναι ασφαλές να θεωρείται ότι κάθε απόφαση Δήμου ή Περιφέρειας προσβάλλεται με τον ίδιο τρόπο. Ο δικηγόρος διοικητικού δικαίου πρέπει να εξετάζει παράλληλα τη διοικητική και τη δικαστική οδό, χωρίς να περιμένει την ολοκλήρωση της μίας όταν κινδυνεύει να εκπνεύσει η προθεσμία της άλλης.
- Συνήθη λάθη κατά την άσκηση της προσφυγής
Το πρώτο συνηθισμένο λάθος είναι η απευθείας προσφυγή στην Ειδική Επιτροπή κατά της απόφασης του Δήμου, χωρίς να έχει προηγηθεί το πρώτο στάδιο ελέγχου από τον Γραμματέα της Αποκεντρωμένης Διοίκησης.
Το δεύτερο είναι η αναμονή ρητής απάντησης μετά την πάροδο της δίμηνης προθεσμίας του άρθρου 227. Η σιωπηρή απόρριψη έχει ήδη συντελεστεί και η μηνιαία προθεσμία έχει αρχίσει, ακόμη και αν η Αποκεντρωμένη Διοίκηση συνεχίζει να επεξεργάζεται τον φάκελο.
Το τρίτο είναι η υποβολή γενικών και αόριστων ισχυρισμών. Η αναφορά ότι μία απόφαση είναι «άδικη», «καταχρηστική» ή «αναιτιολόγητη» δεν αρκεί χωρίς σύνδεση με συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά και διατάξεις.
Το τέταρτο είναι η απλή αντιγραφή της προσφυγής του άρθρου 227. Η προσφυγή του άρθρου 152 πρέπει να αντιμετωπίζει και την απόφαση ή τη σιωπηρή στάση του Γραμματέα και να προσαρμόζει το αίτημά της στο δεύτερο στάδιο ελέγχου.
Το πέμπτο είναι η πεποίθηση ότι η προσφυγή αναστέλλει την εκτέλεση. Όταν υπάρχει κίνδυνος άμεσης βλάβης, πρέπει να εξετάζεται χωριστά η δικαστική αναστολή.
Το έκτο είναι η αναμονή της απόφασης της Επιτροπής χωρίς παράλληλο υπολογισμό της δικαστικής προθεσμίας. Η καθυστέρηση της Επιτροπής δεν προστατεύει τον προσφεύγοντα από την εκπνοή της προθεσμίας άσκησης του δικαστικού ενδίκου βοηθήματος.
- Γιατί είναι αναγκαία η έγκαιρη συνδρομή δικηγόρου
Η ειδική διοικητική προσφυγή του άρθρου 152 είναι μία σύντομη αλλά ιδιαίτερα τεχνική διαδικασία. Ο δικηγόρος δεν πρέπει να εξετάζει μόνο την απόφαση της Αποκεντρωμένης Διοίκησης, αλλά ολόκληρο τον διοικητικό φάκελο, την αρχική πράξη του Ο.Τ.Α., τα πρακτικά του συλλογικού οργάνου, τις εισηγήσεις των υπηρεσιών, την προσφυγή του άρθρου 227 και όλα τα αποδεικτικά στοιχεία.
Ο δικηγόρος διοικητικού δικαίου οφείλει επίσης να ελέγξει αν πράγματι εφαρμόζεται η διαδικασία των άρθρων 227 και 152 ή αν ειδική νομοθεσία προβλέπει διαφορετική διοικητική ή δικαστική προσφυγή. Δεν υπάγεται κάθε απόφαση Δήμου ή Περιφέρειας στο ίδιο καθεστώς.
Η ουσιαστική συμβολή του δικηγόρου βρίσκεται στον ακριβή υπολογισμό των προθεσμιών, στη θεμελίωση του εννόμου συμφέροντος, στη διατύπωση συγκεκριμένων λόγων ακύρωσης, στην ορθή διαμόρφωση του αιτήματος και στον συντονισμό της διοικητικής προσφυγής με την αίτηση ακυρώσεως, την προσφυγή ουσίας ή την αίτηση αναστολής που ενδέχεται να απαιτείται.
Η προσφυγή του άρθρου 152 δεν είναι μία απλή αίτηση επανεξέτασης. Πρόκειται για οργανωμένο δικόγραφο ελέγχου νομιμότητας, το οποίο μπορεί να οδηγήσει ακόμη και στην ακύρωση της αρχικής απόφασης του Δήμου ή της Περιφέρειας.
Συχνές ερωτήσεις
Μπορεί να ασκηθεί προσφυγή του άρθρου 152 απευθείας κατά απόφασης Δήμου;
Όχι. Πρέπει προηγουμένως να έχει μεσολαβήσει ο έλεγχος από τον Γραμματέα της Αποκεντρωμένης Διοίκησης, συνήθως ύστερα από προσφυγή του άρθρου 227. Η απευθείας προσφυγή στην Επιτροπή παρακάμπτει το πρώτο στάδιο και κινδυνεύει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.
Τι γίνεται αν ο Γραμματέας δεν απαντήσει στην προσφυγή του άρθρου 227;
Μετά την άπρακτη πάροδο δύο μηνών από την υποβολή της προσφυγής συντελείται σιωπηρή απόρριψη. Από την επόμενη ημέρα αρχίζει η μηνιαία προθεσμία για την προσφυγή ενώπιον της Ειδικής Επιτροπής.
Πόση είναι η προθεσμία για την προσφυγή του άρθρου 152;
Η προθεσμία είναι ένας μήνας από την έκδοση, την κοινοποίηση ή τη γνώση της απόφασης του Γραμματέα. Σε περίπτωση σιωπηρής απόρριψης, ο μήνας αρχίζει μετά τη συμπλήρωση της δίμηνης προθεσμίας του άρθρου 227.
Αναστέλλεται η εκτέλεση της δημοτικής απόφασης;
Όχι. Η άσκηση της προσφυγής δεν προκαλεί αυτοδίκαιη αναστολή. Κατά το σημερινό μεταβατικό καθεστώς, η Αποκεντρωμένη Διοίκηση δεν εξετάζει αιτήματα αναστολής και πρέπει να διερευνηθεί η δυνατότητα δικαστικής προστασίας.
Μπορεί η Ειδική Επιτροπή να ακυρώσει την αρχική απόφαση του Δήμου;
Ναι. Εφόσον γίνει δεκτός βάσιμος λόγος ακύρωσης, η Επιτροπή μπορεί να ακυρώσει τόσο την απόφαση ή τη σιωπηρή απόρριψη του Γραμματέα όσο και την αρχική απόφαση του οργάνου του Ο.Τ.Α.
Είναι υποχρεωτική η προσφυγή του άρθρου 152 πριν από το δικαστήριο;
Κατά το ισχύον μεταβατικό καθεστώς δεν αποτελεί γενικά υποχρεωτική προδικασία. Η άσκησή της, όμως, επηρεάζει τον υπολογισμό των δικαστικών προθεσμιών και πρέπει να εντάσσεται σε ενιαίο νομικό σχεδιασμό.
Συμπέρασμα
Η ειδική διοικητική προσφυγή του άρθρου 152 παρέχει τη δυνατότητα δεύτερου ελέγχου της νομιμότητας αποφάσεων που αφορούν Δήμους, Περιφέρειες και τα νομικά τους πρόσωπα. Μπορεί να οδηγήσει στην ακύρωση της απόφασης του Γραμματέα της Αποκεντρωμένης Διοίκησης και, υπό προϋποθέσεις, της ίδιας της αρχικής πράξης του Ο.Τ.Α.
Η αποτελεσματικότητά της εξαρτάται από την τήρηση της μηνιαίας προθεσμίας, τη σωστή παρακολούθηση της προηγούμενης προσφυγής του άρθρου 227, τη συγκεκριμένη διατύπωση των λόγων ακύρωσης και τον παράλληλο έλεγχο των δικαστικών προθεσμιών. Η έγκαιρη ανάθεση της υπόθεσης σε δικηγόρο με εμπειρία στο διοικητικό δίκαιο μειώνει τον κίνδυνο απώλειας ουσιωδών δικαιωμάτων λόγω διαδικαστικού λάθους.